ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ:

   Θεοδωράκης Γρίβας

O Θεοδωράκης Γρίβας γεννήθηκε στην Πρέβεζα το 1797 και πέθανε στο Μεσολόγγι το 1862. Ήταν οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1821 και στρατιωτικός στις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους. Γιος του Δημητρίου (Δράκου) Γρίβα, ήταν από το 1815 αρματολός στη Ρούμελη και στην εφηβική του ηλικία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Με την έναρξη του Αγώνα, από την Αιτωλία, όπου βρισκόταν, άρχισε τη δράση του: στα τέλη Μαΐου 1821 πολέμησε στη μάχη του Βραχωρίου (Αγρίνιου) δίπλα σε άλλους οπλαρχηγούς (Δημήτρη Μακρή, Αθανάσιο Ραζηκότσικα και Αλέξη Βλαχόπουλο). Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου πήρε μέρος στη μάχη του Γηροκομειού Πατρών και συνέχισε σε άλλες περιοχές τις επιθέσεις εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής τμήματος, που είχε οργανώσει ο ίδιος, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στη μάχη του Πέτα (Ιούν. 1822) και μετά την αποτυχία της επιχείρησης αυτής πέρασε στην Πελοπόννησο, αφού προηγουμένως κατόρθωσε να αποκρούσει αποτελεσματικά τις τουρκικές επιθέσεις.

Στα μέσα Νοεμβρίου 1822 ο Γρίβας μπήκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, για να ενισχύσει την άμυνά του, και μετά τη λύση της πολιορκίας ξαναγύρισε στην Πελοπόννησο. Συνεργάστηκε τότε με τον Κολοκοτρώνη, στο πλευρό του οποίου στάθηκε και κατά το μεγαλύτερο διάστημα του εμφύλιου πολέμου του 1824 - 25. Στα αμέσως επόμενα χρόνια ο Γρίβας μεταπήδησε στο αντίπαλο στρατόπεδο και όταν έληξαν οι εργασίες της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης (άνοιξη 1827) κατέλαβε το Παλαμήδι, επιδιώκοντας την αύξηση της επιρροής του στα πελοποννησιακά πράγματα. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια (1828), ο Γρίβας παρέδωσε το Παλαμήδι στον κυβερνήτη και συμφιλιώθηκε με τους αντιπάλους του, η στάση του όμως κατά τα τελευταία χρόνια του Αγώνα και ιδιαίτερα η τυραννική συμπεριφορά του είχε προκαλέσει την αγανάκτηση της στρατιωτικής μερίδας, αλλά και των κατοίκων της Αργολίδας.

Μετά την άφιξη του βασιλιά ’Οθωνα (Ιαν. 1833) η Αντιβασιλεία αγνόησε το Γρίβα και τον απέκλεισε από την απονομή τιμητικών διακρίσεων, εκείνος όμως όταν τον Αύγουστο του 1834 εκδηλώθηκαν ταραχές στη Μεσσηνία, προσφέρθηκε να πολεμήσει τους «αντάρτες». Σε συνεργασία με το Χατζηχρήστο και άλλους παλαιούς οπλαρχηγούς κατέστειλε την εξέγερση και απελευθέρωσε Βαυαρούς που είχαν συλληφθεί από τους Μανιάτες. Το Φεβρουάριο επίσης του 1836 συνεργάστηκε για την καταστολή ανταρσίας που ξέσπασε στην Ακαρνανία. Η δράση του ως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 δεν είναι γνωστή, είναι όμως βέβαιο ότι πήρε μέρος στην Εθνική Συνέλευση που ψήφισε το Σύνταγμα του 1844. Οπαδός πια του «γαλλικού» κόμματος και αντίπαλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ο Γρίβας οργάνωσε κίνημα εναντίον του στην Ακαρνανία τον Απρίλιο του 1844. αλλά κατά την πρωθυπουργία του «γαλλόφιλου» Ιωάννη Κωλέττη, το 1847, ύψωσε τη σημαία της ανταρσίας στο χωριό Περατιά της Ακαρνανίας (παλαιό έδρα των Γριβαίων), όπου πολιορκήθηκε και με δυσκολία κατόρθωσε να διαφύγει στα Επτάνησα.

Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-55), όταν ξέσπασαν (1854) απελευθερωτικά κινήματα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, ο Γρίβας, αφού παραιτήθηκε από το βαθμό του στρατηγού, που του είχε στο μεταξύ απονεμηθεί, ανέλαβε την αρχηγία του αγώνα στην Ήπειρο, όπου πολέμησε επί μήνες. Υπήρξε επίσης ένας από τους κύριους πρωτεργάτες της εξέγερσης που κατέληξε στην έξωση του ’ Οθωνα: από την Ακαρνανία, όπου βρισκόταν στις αρχές Οκτωβρίου 1862, σχεδίαζε να κατευθυνθεί στην Αθήνα με το στρατιωτικό σώμα που για το σκοπό αυτό είχε οργανώσει. Στο Αγρίνιο όμως πληροφορήθηκε την εξέγερση στην ελληνική πρωτεύουσα και παρέμεινε στο Μεσολόγγι με μικρή δύναμη 500 ανδρών.

Στην προσωρινή κυβέρνηση, που σχηματίστηκε μετά την έξωση με πρόεδρο το Δημήτριο Βούλγαρη ο Γρίβας δε συμπεριλήφθηκε και γι' αυτό χολωμένος αποφάσισε να βαδίσει εναντίον της πρωτεύουσας και να διεκδικήσει την εξουσία. Η κυβέρνησή ανέθεσε τότε στον Μπενιζέλο Ρούφο και στον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη να συναντήσουν το Γρίβα στο Μεσολόγγι και να του ανακοινώσουν την απόφασή της «να αποδώση εις τον γενναίον αντιστράτηγον τον βαθμόν του στρατάρχου, τον ανώτατον στρατιωτικόν βαθμόν των πεπολιτισμένων εθνών». Η κυβερνητική αντιπροσωπεία όμως βρήκε άρρωστο το Γρίβα, που πέθανε στις 24 Οκτωβρίου 1862.

Ο Γρίβας, όπως προκύπτει από όσα είναι ως τώρα γνωστά, υπήρξε ανυπότακτος αλλά και ασταθής στις πολιτικές του θέσεις. Διαπνεόταν από φιλελεύθερες ιδέες, που το υπόβαθρό τους δεν είναι σαφές, και σε ορισμένες περιπτώσεις επηρεάστηκε από προσωπικά πάθη. Αποτελεί οπωσδήποτε μια ιδιότυπη περίπτωση του Αγώνα του 1821 και των χρόνων του Όθωνα, που δεν έχει ως τώρα μελετηθεί.

Πηγή: Β. Σφυρόερας (Εκδοτική Αθηνών)

 


O Karl Marx, ως δημοσιογράφος, γράφει στην "New-York Daily Tribune" για τον Γρίβα

(New-York Daily Tribune Nr. 4079 vom 15. Mai 1854] London, Freitag, 28. April 1854)

Λονδίνο, Παρασκευή 28 Απριλίου 1854

 Σχετικά με την ελληνική εξέγερση εμφανίστηκε στη χθεσινή «Moniteur» , η ακόλουθη επιστολή της 25ης Απριλίου από τη Βιέννη: «Η ελληνική εξέγερση δεν κάνει στην Ήπειρο καμία πρόοδο, αλλά αρχίζει να αποκαλύπτει τον αληθινό χαρακτήρα της. Αν μέχρι τώρα κάποιος δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τα συμφέροντα του Χριστιανισμού και του έθνους δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα ασήμαντο πρόσχημα, τότε οι ενέργειες του ηγέτη των ελληνικών συμμοριών πρέπει να διαλύσει όλες αυτές τις αμφιβολίες εντός του Βασιλείου της Ελλάδας. Καυγάδες μεταξύ Γρίβα και Zavellas για την αρχηγία των εξεγερμένων ήταν από την αρχή του αγώνα γνωστοί. Οι δύο αρχηγοί συνεχίζουν να δρουν ξεχωριστά και να χρησιμοποιούν χωρίς δισταγμό κάθε ευκαιρία για να βλάψουν ο ένας τον άλλο . Ειδικά Γρίβας έχει φέρει στους χριστιανούς ραγιάδες, προς τους οποίους προσποιείται ότι είναι ελευθερωτής, μόνο ληστείες και λεηλασίες. Οι Σουλιώτες που έχουν πάρει την απόφαση να απαγορεύσουν σε διάφορους ελληνικούς ηγέτες την είσοδο στο έδαφός τους, κατηγορούν ιδιαίτερα τον Γρίβα. Στις αρχές του περασμένου μήνα, ζήτησε αυτός ο αρχηγός από τον έλληνα προεστό της Derventzista καταφύγιο που τον εγκατέλειψε πάλι την επόμενη ημέρα, όχι όμως χωρίς να λεηλατήσει τον σπίτι του και να απαγάγει τη σύζυγό του με τη βία . Ο προεστός απευθύνθηκε στον Abdi Πασά και ζήτησε την άδεια να μπεί κάτω από την καθοδήγηση του για να του επιτραπεί με αυτόν τον τρόπο να πάρει εκδίκηση για αυτή την ωμή βία. Στο Mezzovo δε o Γρίβας έδειξε την πραγματική επιδεξιότητά του στην λεηλασία. Αυτή η πόλη άνοιξε, με προτροπή της ρωσικής προπαγάνδας για τον «αρχιστράτηγο» Γρίβα εκούσια τις πόρτες της. Η πρώτη πράξη του ήταν να επιβάλει στον χριστιανικό πληθυσμό μια «πατριωτική» συμβολή των 200.000 γροσίων, ένα όχι και τόσο υπερβολικό ποσό, που καταβλήθηκε. Όμως ο Γρίβας δεν ικανοποιήθηκε μόνο με αυτό. Απευθύνθηκε εναλλάξ είτε σε μεμονωμένες ή σε όλες τις μεγάλες μερίδες του πληθυσμού και σε όλους τους πλούσιους ανθρώπους στην πόλη και τους κάλεσε να δωρίσουν επίσης όλα τα αντικείμενα πολυτελείας από χρυσό ή ασήμι, τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή τους. Αυτή η μέθοδος εκβιασμού προκάλεσε την αγανάκτηση και κατέληξε να είναι ούτε χρήσιμη ούτε πολύ αποδοτική. Στη συνέχεια ήρθε του Γρίβα μια ιδέα που εμείς, ως εμφανίζεται, την θεωρούμαι αριστούργημα της ληστείας. Χρησιμοποίησε το πλησίασμα των οθωμανικών στρατευμάτων στο Mezzovo ως πρόσχημα για να δηλώσει ότι ήταν αναγκαίο για την άμυνα του τόπου, να κάψουν σχεδόν όλη την πόλη, και ως εκ τούτου, κάλεσε τον πληθυσμό να συγκεντρώσουν τις οικογένειές τους στην κύρια εκκλησία του Mezzovo, όπου λίγο αργότερα συγκεντρώθηκαν σχεδόν 4.000 από αυτούς. Ο Γρίβας είχε υπολογίσει ότι θα έφερναν μαζί τους τα χρήματα, τα κοσμήματα και πολύτιμα πράγματά τους και έτσι με αυτόν τον τρόπο θα έπεφτε όλος ο πλούτος του Mezzovos στα χέρια του. Είχε χωρίσει τον κόσμο στη συνέχεια σε μικρές ομάδες και τους παρέδωσε στους οπαδούς του, οι οποίοι τους έκλεψαν χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Αυτά είναι τα ηρωϊκά κατορθώματα των ελληνικών αρχηγών, που έχουν παίξει κάποιο ρόλο στην μέχρι τώρα ελληνική εξέγερση της Ηπείρου. Οι Τούρκοι προέβαλαν στον Γρίβα μετά μόνο μικρή αντίσταση. Αφού έβαλε φωτιά στην πόλη, αποσύρθηκε πίσω στο Aχελώο προς Radovitz. Το Mezzovo μία φορά, μετά τα Γιάννενα η πλουσιότερη πόλη της Ηπείρου, είναι τώρα μόνο ένας σωρός ερειπίων , και οι άνθρωποι της έχουν βυθιστεί στη δυστυχία. Μόνο περίπου εκατό σπίτια έχουν περισωθεί.

Πηγές: Καμπούρογλου, Δημ. Θεόδωρος Γρίβας. Αθήνα 1896 (Επανέκδοση 2006, Βιβλιοπωλείο Διονύση Νότη Καραβία http://www.rarebooks.com.gr/book.asp?catid=692)


Η αντιπαράθεση κατά διαστήματα του Θεόδωρου Γρίβα με τον βασιλιά Όθωνα έχει αποτυπωθεί και σε δημοτικό τραγούδι:

 

«Γρίβα μ' σε θέλει ο βασιλιάς, όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς.

 

- Σαν τι με θέλει ο βασιλιάς, όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς;

 

Άμα με θέλει για κακό, να ζώσω τ' άρματα κι εγώ,

 

άμα με θέλει για καλό, ν' αλλάξω και να στολιστώ.

 

- Σε θελ' να δώκεις τ' άρματα, να προσκυνήσεις το βασιλιά.

 

- Γρίβας δε δίνει τ' άρματα, δεν προσκυνάει το βασιλιά.»

 

Το συγκεκριμένο τραγούδι στη διάρκεια του χρόνου, έχει αλλάξει μορφή, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ως τραγούδι κυρίως φιλοβασιλικών κύκλων του παρόντος με την εξής παραλλαγή στον στίχο:

 

Σαν τι με θέλει ο βασιλιάς; όλος ο κόσμος ο ντουνιάς;

 

Γρίβα σε θέλει για καλό, για να σε κάνει στρατηγό.