Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Ο Επαμεινώνδας Ι. Μάλαινος


Του Γρηγορίου Κωσταρά, καθηγητή Πανεπιστημίου

 

Ο Επαμεινώνδας Μάλαινος, ο δικαστικός, ο ιστορικός, ο δημοσιολόγος και ποιητής, η ενσάρκωση της Αρετής και προσωποποίηση του αυστηρού Ήθους, ο μοναχικός ερημίτης υπήρξε ένας θεήλατος υποφήτης, μια σπάνια ποιητική μορφή και μια ένθεη πνευματική παρουσία. Όλη η σοφία όλων των εποχών - θαρρείς-, η ευπρέπεια και η παιδεία είναι κλεισμένες στην ψυχή του και στη ζωή του στα εκδοθέντα, ολιγοσέλιδα ή μη κείμενά του: «Η αποκάλυψη της σκευωρίας» (Υπόμνημα 1927), «Των Γεοπονικών του Κασσιανού Βάσσου» (μετάφραση βραβευθείσα, 1928), «Της Ρητορικής του Αριστοτέλους» (μετάφραση - έκδοσης Παπύρου 1937), «της Νίκης και της Σκλαβιάς» (Στίχοι 1949), «Μεσολόγγι» (Στίχοι 1954), «Σίσυφος» (επικόν ποίημα 1956), «Πινακοθήκη» (Σατιρικά δεκατετράστιχα 1961), «Η σημερινή μας γλώσσα» (1962), «Στοχασμοί του δειλινού» ( 1968), «Τα φθινοπωρινά» (1969), «Δοκίμιον Πολιτικής Ιστορίας» (1952), «Ιστορία των ξενικών επεμβάσεων» (Τόμοι 7 από 1955-1963), «Της κατά Σ. Μαρκεζίνην βιογραφίας Ελευθερίου Βενιζέλου» (1965), «Χωρίς φόβον και χωρίς πάθος» (1966), «Ιωάννης Κωλέττης» (βιογραφία 1969) και «Το Συγκοινωνιακόν πρόβλημα της Αιτωλοακαρνανίας και της Ευρυτανίας (Υπόμνημα). Ανέκδοτα: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» (1454 -1833) και «Τάκης Βαρδής» (Μυθιστόρημα).

Προκειμένου να φιλοτεχνήσω την προσωπικότητα του μοναδικού αυτού ανθρώπου ανεζήτησα σε δύο στίχους του Σαίξπηρ τον πυκνό και ρωμαλέο λόγο που χαρακτηρίζει τον Επ. Μάλαινο: «High thinking, hard work, arventorous exritement: Υψηλός στοχασμός, σκληρή δουλειά, φιλοκίνδυνη ένταση»! Αυτά ήταν απαράβατος κανόνας του βίου του.

Το νόημα της ζωής ιχνεύει στην ποίησή του ο Ε. Μάλαινος, που «η μοίρα τον εφόρτωσε με τα αυστηρά της δώρα». Ο λόγος του είναι σεμνός και βαθύς και λόγιος και καλοπελεκημένος, ενώ η φιλοσοφική του ματιά και ο ακονισμένος του στοχασμός εισδύουν σε απύθμενα βάθη και γίνονται πνοή μεγάλων βιωμάτων:

Κι ο βασιλιάς ο έρημος αλήτης θα διαβούν, ονείρατα ίσκιων που ριγούν της αγωνίας τα νύχια κι ακόμα όταν τη μοίρανε γελούμενη η Κλωθώ πάντα θ'αυτιάζεται η ζωή τα βήματα του ολέθρου κι όσο βαθύτερη η ψυχή κι αλαργινή η ματιά τόσο πιο δύσκολα η χαρά θα τηνε παραστέκη...

(Σίσυφος, Α, 8-966).

Το πνεύμα του Ε.Μάλαινου προσλαμβάνει τη λύπη ως χαρά και το φθέγμα του μεγίστου μουσουργού Μπετόβεν: «Durch leiden Freude: Μέσω των βασάνων η χαρά»! Ή κατά τον τρόπον της Βίβλου: «Οι σπεί- ροντες εν δάκρυσιν, εν αγαλλιάσει θεριούσι» (Εκκλ.5). Αξονικόν, επίσης, θέμα στην ποίησή του είναι η ελευθερία ως ηθικό κοινωνικό, πολιτικό, εθνικό αγαθό, και κυρίως στα ποιήματα: «Της Νίκης και της σκλαβιάς», όπου η ψυχή του ποιητή αιμάσσει, καθώς καθημαγμένη είναι όλη η Ελλάδα του ’40 και της Κατοχής: παντού γόων σπαραγμοί, παντού οσμή θανάτου. Όποιος θέλει να μεταλάβει από μεγάλη, στο ύψος των τραγικών, ποίηση, να χαρεί του νου την πτήση και του κυματισμού την θωπεία, ας μελετήσει τα «Της Νίκης και της Σκλαβιάς». Η «28 Οκτωβρίου 1940» δεν έπρεπε να λείπει από κανένα «αναγνωστικό» της Στοιχειώδους και της Μ. Εκπαιδεύσεως:

Στο πρώτο αθώο βλεφάρισμα των άρθρων που ανασαίνουν στης αργοκίνητης σιωπής το μήνυμα ιλαροί των γόων εχύθη ο σπαραγμός το χάρο να προσμένουν, βαριά κυλάει κι ανήμερη του χαλασμού η πνοή.

Αγρυπνη η μνήμη πάντοτε της επικής πορείας ο αρχαίος λαός τη δόξα του δε θα την αρνηθή, τη φλόγα ανάβει φοβερή της ιερής μανίας και πάλι υψώνει εφηβικό το αδάμαστο κορμί.

Στην «Δέηση» ή στην «Εκατόμβη» ο Ε. Μάλαινος αναδεικνύεται σε σπάνιο δημιουργό. Οι μεγαλόπνοες σκέψεις, ο ρυθμός, η αρμονία, η βαθειά μουσικότητα της φράσεως, ο γλυκός κυματισμός του στίχου, που γοητεύει, η λεπτή ευαισθησία των συλλήψεων, που συγκινεί, ο γνήσιος προβληματισμός, που γεωργεί, αποκαλύπτουν την ιδέα που τον ενέπνευσε. Η μεγαλωσύνη ενός ποιήματος, άλλωστε, εξαρτάται από το μεγαλείο της ιδέας, την οποία αισθητοποιεί ο δημιουργός:

Με τα’ άρμενα ανοιχτά χυμάει το εφτάψυχο καράβι

στο μαύρο πέλαο που λυσσάει για να το καταπιή,

των άθλων την αγία χαρά πάλι να μεταλάβη

το Γένος κι έτσι μες το φώς θα ζήση ή θα χαθή.

Το «Μεσολόγγι» (1954) του Ε. Μάλαινου είναι ποίημα πατριωτικής ευλάβειας και νοσταλγικής αγάπης προς την πόλη, η οποία επιβάλλεται στη συνείδησή του με το ιερό της μέγεθος. 'Αλλωστε εκεί είχε κάμει ο ποιητής τις γυμνασιακές του σπουδές, όπου και πρώτοι «παρθένοι στοχασμοί», εκεί και ο ρομαντικός «Τάραχος του εφήβου». Η ένδοξη ιστορία μιλάει στην ψυχή του και μυσταγωγεί το πνεύμα του:

Διάβηκα από τις τάπιες Σου, καημένο Μεσολόγγι,

δεν τα άκουσα τα κλάϋματα κι είδα ν΄αστράφτει φώς.

...εδώ η ψυχή της Ρούμελης τον χόρτασε τον πόνο

κι απείκασε τη φοβερήν αλήθεια της ζωής.

Όμως, το μέγα ποιητικό κατόρθωμα - ένα από τα μεγαλύτερα της σύνολης νεοελληνικής λογοτεχνικής ζωής - είναι ο «Σίσυφος» μια μεγαλειώδης ερμηνεία του τραγικού μύθου. Και μάλιστα του απλού εκείνου έλληνα που

και νηστικός να πολεμάει κι η στέρφα γη ν'ανθίζει που με την αξίνα ολημερίς ν'αγκομαχεί να λιώνη στα βάτα να ματώνεται, την πέτρα να δαμάζη, να δέρνεται στην αγκαθιά και στων ριζών τα φίδια....

( Εκατόμβη, Β).

Στον «Σίσυφο» ο ήρωας ανοίγεται στο πέλαγος της Γνώσεως, πονεί για την Αλήθεια και καθώς δεν την ευρίσκει η πίστη του προς στιγμήν ναυαγεί ο ίδιος, ωστόσο δε συντρίβεται ωσάν τον Οδυσσέα του Δάντη, η αποκάλυψη δεν τον ιλαρώνει και γι'αυτό, ατρόμητος ο νους του, «πιστός εραστής των αγώνων» θα παλέψει τώρα για να ανοίξει δρόμον από το κοσμικό σκότος στο γνωστικό φως. Αλλά θα πληρώσει με επώδυνα θαλερά δάκρυα την ερευνητική του τόλμη:

Κουρασμένος ο Σίσυφος, γέρος

νικητής και στο πείσμα κυλά

στον ανήφορο πέτρες που φεύγουν

κι από κάτω τις φέρνει ξανά.

Αυτή είναι η βαριά μοίρα του οργοτόμου του παγκόσμιου πολιτισμού Έλληνα, του στυλοβάτη μιας «αντρίκειας», όσο και αστόλιστης σκληρής ζωής, απλής και καρποφόρας. Αυτή είναι η βαριά μοίρα των ανθρώπων και της φυλής. Να μάχεται κατά βαρβάρων, να μαζεύει τις «δάφνες των κινδύνων», να είναι «κυνηγός του ωραίου θανάτου» σε ανόσιους και σπαρακτικούς καιρούς.

Ο Ε. Μάλαινος στο «Σίσυφο» δε λέει να ξεχωρίσει το Γένος από το Είδος, το Γενικό από το Μερικό, το Καθολικό από το Συγκεκριμένο, τον Ελληνισμό από τον Έλληνα. Το Πεπρωμένο είναι κοινό και την αντιμετώπιση του, «από τα πανάρχαια βάθη», ως σήμερα, την κουβαλάει ο αντίλαλος ίδια. Οι στίχοι που ακολουθούν βιογραφούν τον ελληνισμό, ως «Οργοτόμο» του πολιτισμού, τον έλληνα ως στυλοβάτη μιας λιτής και σκληρής ζωής και κυρίως τον ποιητή μας:

Αντρίκεια ήταν (....)

η αστόλιστη σκληρή του αδάμαστου οργοτόμου (...)

Με τ'άστρα να πορεύεται στον όργο το ζηλιάρη, να δέρνεται στην αγκαθιά και των ριζών τα φίδια και νηστικός να πολεμάει κι η στέρφα γη ν'ανθίζη κλέφτης, τραγουδιστής, τσολιάς, λεβέντης, πεισματάρης, στον τρύγο, θέρο, πόλεμο πάντα στο χρέος πρώτος.

Στο ανέβασμα στον ανηφορικό δρόμο του Δέοντος και του Χρέους ευρίσκει το νόημα της ζωής ο ποιητής μας. Η κατά τον τρόπον του L. Wittgenstein: «Η μόνη ευτυχισμένη ζωή είναι εκείνη που μπορεί να παραιτηθεί από τις χαρές της», κανόνας βίου δια τον Ε. Μάλαινον. Ο οποίος κάθε τόσον εψιθύριζε ως είδος προσευχής του κινέζου φιλοσόφου το ρήμα, του Λάο - τσέ: Κάμε το έργο σου και αποτραβήξου. Αυτό είναι ο δρόμος του Ουρανού»!

«Η Πινακοθήκη» (σατιρικά δεκατετράστιχα) «γέννημα άγρυπνων νυκτερινών ωρών μιας περίπου διετίας», είναι κατάφορτη από εμπειρίες και θυμίζει τους «Χαρακτήρες» του Θεόφραστου. Ο σατιρικός χρωστήρας του ποιητή με αριστοφάνεια ευαισθησία αποτυπώνει τον «Αϊτονύχη» τον πασίχαρο του κράτους στύλο» και «κάθε Κυβερνήτη Φίλο» τον «Βιομήχανο» που «τα πάντα αγόρασε τοις μετρητοίς», την σύζυγο «που κάποτε την έβγαλαν και μις» τον «Λιοντάρι» που «αν πέση πιστολιά στη γειτονιά του/ θα τα λερώσει αφεύκτως τα βρακιά του», τον «Τραπεζίτη» τον «Κυνηγό» που πρόσμεναν οι φίλοι/ τον πλήρωσε σαν να είχε πετραχείλι» τον «Νεόπλουτο» τον «Λόγιο» 55 ανθρώπινους τύπους, γραφικούς ή και σκληρούς δυνάστες του λαού.

Θα ήθελα να κλείσω την πολύ σύντομη εν σχέσει προς την ποιότητα του έργου μου αναφορά στον Ε. Μάλαινο με το «Δοκίμιον Πολιτικής Θεωρίας» και να ομολογήσω ότι παρόμοιο κείμενο, όλο σύννοια, βάθος, ωριμότητα και διεισδυτικότητα αναλύσεων δύσκολα συναντά κανείς στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Εδώ καταγγέλλεται η πολιτική ως απηλλαγμένη ηθικών φραγμών και αναδεικνύεται η ψυχοπαθολογία του πολέμου, μαστιγώνεται η λογική της υπεροχής και δυνάμεως και αναλύεται ο περιώνυμος διάλογος του Ε' βιβλίου του Θουκυδίδου (παρ. 89-100) μεταξύ Αθηναίων και των Μηλίων: Είναι μέσα στη φύση των ανθρωπίνων πραγμάτων ο ισχυρότερος να ηγήται και ο ασθενέστερος να ακολουθεί. Αυτό είναι το καταστάλαγμα της συλλογιστικής, που ακατάπαυστα εφαρμόζεται κυρίως σε επίπεδο διεθνούς δικαίου και οδηγεί στη διατάραξη της ηθικής και πνευματικής ισορροπίας των πολιτισμών. «Το Δοκίμιον» τούτο του Ε. Μάλαινου παρουσιάζει εξαιρετικήν επικαιρότητα. Ο Επ. Μάλαινος υπήρξε ένας ερημίτης, μια σπάνια ποιητική μορφή και μια θεήλατη πνευματική παρουσία. Όλη η σοφία, όλων των εποχών η ευπρέπεια και η παιδεία -επαναλαμβάνω- κλεισμένες μέσα στα εκδοθέντα κλασσικά του κείμενα: Χαρακτηριστικό, τέλος, είναι ότι για τα πεζά και τα ποιητικά έργα του, κατάφορτα από γνήσιο φιλοσοφικό λογισμό και ντυμένα με μια όμορφη αισθητική στολή, δεν ξέρει να πει ο προσεκτικός μελετητής αν πρόκειται για μια δημιουργία, δηλαδή για μια ποίηση φιλοσοφική ή για μια ποιητική φιλοσοφία.

Τον πόνο για το θάνατο του αδελφού του Μιλτιάδη, ο Ε. Μάλαινος τον γεύτηκε ως υπαρξιακό κλονισμό και τον μετέπλασε σε «Μοιρολόγι», ένα από τα ομορφότερα ποιήματά του, αληθινή μεταφυσική θωπεία

 

ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ

Στην έπαλξη. -

Μακρύς ο δρόμος και βαρύς ο μόχθος κι ήρθε η ώρα μνήμης και σιωπής

κι όμως ανέβηκες ξανά στην έπαλξι και τώρα μόνος Σου να σταθής.

Σαν κάποια μυστική και γνήσια ορμή που δυναστεύει, σα χρέους προσταγή

στη βίγλα επάνω ατρόμητη να κράξη, να παλεύη η αντρίκεια Σου φωνή.

Πιο δυνατός, καταφρονείς της νίκης τη σαγήνη το μάτι εταστικό,

κι αξέχαστο σα να καθρέφτιζε αυγινή γαλήνη εγκάρδιον ιλαρό.

Έσβησε.

Σαν το ταξίδι ο θάνατος κι'αντάρτισσα είναι η λύπη στο φως της Αττικής

και σα να τον προσμένωμεν Εκείνον που μας λείπει τον ίσκιο της ψυχής.

Και μεσ'στον ξαφνικού κενού τον ίλιγγον εφάνη σαν ψέματα ο χαμός,

σαν όνειρο πως τάχατε δεν ήταν να πεθάνη ποτέ του ο Αδελφός.

Έσβησε απότομα το φως κι ήρθε βαθύ σκοτάδι κι ο νους βασανιστής

θυμάται, πλέκει αμείλικτα, κατάμουτρα το υφάδι της ορφανής ζωής.

Γ ιατί;

Γιατί να φύγης; Ήλπιζα να με ξεπροβοδίσης για να είσαι ο νικητής.

Το κύπελλο μέχρι πικρής τρυγάς να το στράγγισης της μάταιης της ζωής.

Εσώπαινες, αρνήθηκες του πόνου να ξυπνήσης πρώιμο το στεναγμό,

σαν αθλητής το θέλησες αδάκρυτος να σβήσης κι έτσι ήτανε σωστό.

Μονάχος τώρα. Της ψυχής ο κάματος θολώνει την άγρυπνη ματιά,

καθώς κοιτάει αδάμαστη τη νύχτα να σιμώνη με βήματα γοργά.