Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Κείμενα αισθητικής και τέχνης

arrowsubcategoryΜυταράς: "Η τέχνη είναι ο έρωτας με την πλατύτερη σημασία της λέξης"

arrowsubcategoryΚαστοριάδης: "Κανείς δεν θα πάει ποτέ πιο μακρυά από τον Αισχύλο"

arrowsubcategoryΕμμ. Κάντ: Βασικές αρχές αισθητικής θεωρίας

arrowsubcategoryΓεωργοβασίλης: Ο λυρικός λόγος του Σαίξπηρ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΓΕΩΡΓΟΒΑΣΙΛΗΣ

 

Ο Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης, γεννήθηκε στην Παραβόλα το 1933. Σπούδασε δάσκαλος με κρατική υποτροφία στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων (1951-53), φιλόλογος, επίσης με κρατική υποτροφία, στην Αθήνα (1952-1957) και Φιλοσοφία, Κλασσική Φιλολογία και Παιδαγωγικά, επίσης με κρατική και γερμανική υποτροφία, στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1974-1978), όπου ονομάστηκε και Διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Δίδαξε σε σχολεία δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ως γυμνασιάρχης, λυκειάρχης, και επόπτευσε περιφέρειες της κρατικής εκπαίδευσης ως επιθεωρητής και επόπτης-συντονιστής. Δίδαξε για τρία χρόνια ως εντεταλμένος Καθηγητής στη Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία και για λίγο στο Παιδαγωγικό Τμήμα του πανεπιστημίου, υπηρέτησε δε το ελληνικό δημόσιο για 30 χρόνια. τέχνης.

Ενδεικτική εργογραφία:

(2015)   Αλμπέρ Καμύ, ο φιλόσοφος της εξέγερσης, Δρόμων

 

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2005)   Η πολιτική και οι πολιτικοί, Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία (ΑΙ.ΠΟ.Ε.) [εισήγηση]

(1995)   Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1993)   Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1990)   Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1987)   Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

 

Μεταφράσεις

(2008)   Pekridou Gorecki, Anastasia, Η μόδα στην αρχαία Ελλάδα, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(2007)   Diels, Hermann, Οι προσωκρατικοί, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(2005)   Schuhmann, Elisabeth, Γνωμικά Ελλήνων και Ρωμαίων, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1999)   Reinsberg, Carola, Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην αρχαία Ελλάδα, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1998)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1995)   Μεγάλοι ιδρυτές θρησκειών, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1994)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1994)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1994)   Blanck, Horst, Το βιβλίο στην αρχαιότητα, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1983)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1983)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

 

Είναι ισότιμοι οι πολιτισμοί;

 

 

Βέβαια, ή αξιολογική αποτίμηση και σύγκριση πολιτισμών δεν είναι εφικτή: δύσκολο να υπάρξουν κοινώς αποδεκτά κριτήρια, να συμπέσουν οι έξωθεν εκτιμήσεις νοηματοδοτήσεων της πραγματικότητας καί επακόλουθων τρόπων του βίου. Παρακινδυνευμένο λοιπόν να μιλάμε για «ανώτερους» και «κατώτερους» πολιτισμούς, «καλύτερους» και «χειρότερους».

 

Μπορούμε όμως να εντοπίσουμε διαφορές. Να επισημάνουμε ότι ο πολιτισμός τής μεταρωμαΐκής Δύσης, ό μόνος στην ανθρώπινη 'Ιστορία που αναδείχθηκε πραγματικά παγκόσμιος, δεν γνώρισε ποτέ την ανάγκη μετάβασης από την κοινωνίαν της χρείας στην κοινωνίαν του αληθούς.

 

Υπηρέτησε και υπηρετεί με εκπληκτική επινοητικότητα τις χρηστικές ανάγκες του ανθρώπου. Στο πεδίο αυτό πέτυχε μοναδικές επιδόσεις: Τεράστια μείωση τού σωματικού μόχθου, πρωτοφανή αύξηση παραγωγής ωφέλιμου αποτελέσματος με ελάχιστη ή καθόλου καταπόνηση. Απίστευτες διευκολύνσεις στην πρακτική του βίου, ταχύτατες μεταφορές-μετακινήσεις των ατόμων, άμεση επικοινωνία από οποιαδήποτε απόσταση, πρόσβαση εύκολη και γενικευμένη στην πληροφόρηση. Μεγιστοποίηση των ηδονικών παροχών, ανέσεων, εύκολου πλούτου, ποικιλότατης ψυχαγωγίας, ανεμπόδιστου αισθησιασμού. Ελαχιστοποίηση του σωματικού άλγους, απαλλαγή από πλήθος ασθενειών, αύξηση τεράστια του προσδόκιμου επιβίωσης, δυνατότητες Ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που μειώνουν ή και νικούν τον φόβο τής αρρώστιας. Θωράκιση του ατόμου με δικαιώματα. εξουσίες αναγκαστές κατά πάντων, ανεμπόδιστες επιλογές ατομικών προτιμήσεων. Καί πλήθος ανάλογα.

 

Ό κοινωνιοκεντρικός πολιτισμός των Ελλήνων και ο πολιτισμός του αθλήματος της εκκλησιαστικής κοινωνίας δεν μπορούν ούτε να συγκριθούν ούτε να συμβιβαστούν με τον ατομοκεντρικό πολιτισμό τής μεταρωμαϊκής Δύσης.

 

Ή διαφορά είναι καισαρική, πρόκειται για στάσεις ζωής καί τρόπους τού βίου πού αλληλοαναιρούνται αμοιβαία, για στοχεύσεις ασύμπτωτες, διαμετρικά αντίθετες. Αυτό τουλάχιστον υπαγορεύει ή λογική της κοινωνούμενης εμπειρίας.

Χρ. Γιανναράς

  


























































































































































Γεωργοβασίλης: «Ο λυρικός λόγος του Σαίξπηρ»


Το κείμενο αυτό του συνεργάτη μας Δημοσθένη  Γεωργοβασίλη, εκτός της αυταξίας του, εντάσσεται στην επικαιρότητητα της συμπληρώσεως 400 χρόνων από το θάνατο του Σαίξπηρ.

 

1. Η λυρική ποίηση, της οποίας τα πρώτα ίχνη ανευρίσκει η φιλολογική έρευνα στην ινδοευρωπαϊκή εποχή, πρωτοεμφανίζεται επώνυμα στην Ελλάδα με τα χορικά και τα μονωδιακά τραγούδια του Αλκμάνα, αλλά κυρίως με τον ίαμβο και την ελεγεία του Αρχιλόχου καθώς και με τις ελεγείες του Καλλίνου. Έτσι από την πρωταρχή του λυρισμού επισημαίνεται η αξεχώριστη συμφυΐα της Μουσικής και της Ποίησης, του μέλους και του λόγου, σε μιαν αλληλένδετη ενότητα, η οποία αναβρύζει από τις πηγές του ανθρώπινου πόνου. Από την καταγωγή αυτή του λυρισμού δείχνεται η συλλογική συνείδηση της κοινωνίας των ανθρώπων καθώς και η ατομική, η προσωπική περιπέτεια, πάντοτε πλαισιωμένη από το ρυθμό και το μέτρο της αρμονίας του λόγου και του μέλους. Η λατρεία, η ζωή, ο γάμος, τα επινίκια, τα κάθε λογής θρηνολογήματα ξετυλίγονται μετρικά μέσα από τις ποικιλίες των στροφών ενός ρυθμικού θέματος. Ακόμα και αυτό το θειότατο συναίσθημα του έρωτα -και ιδιαίτερα αυτό- δεν είναι απαλλαγμένο από το άλγος και τη θρηνωδία του, όσο κι αν η ευφρόσυνη προσδοκία ενός ευδαιμονικού έρωτα γονιμοποιεί τη φαντασία και εξωραΐζει το δρόμο, επάνω στον οποίο πορεύεται η ελπίδα της ευδοκίας. Ακόμη κάτι: Η γλώσσα της λυρικής ποίησης του θρήνου, πάρθηκε απευθείας από το στόμα του δημώδους πλήθους, και γι' αυτό δεν παρουσιάζει επιτήδευση και προσποίηση. Σε κάθε λυρικό ποίημα διακρίνει ο καθένας ως βασικούς όρους της σύστασής του τον μύθο, τη λαϊκή γνωμολογία και την πένθιμη - εορταστική ατμόσφαιρα του τραγουδιού.

 

2. Μπορεί, λοιπόν, ο Αριστοτέλης να διέκρινε τα τρία γνωστά είδη της ποιήσεως, και μπορεί το έπος με το δράμα να έχουν διαφορετική κράση, όμως ο λυρισμός υπάρχει μέσα και στα δύο. Είναι ο άξονας που τα ενώνει. Γιατί λυρισμός είναι ο αρχέγονος φθόγγος του ανθρώπου, που εκφράζει την αγωνιώδη ερωτική οδύνη για το ορφάνεμά του από φύση και θεότητα. Λυρισμός είναι η οδύνη και μαζί η χαρμονή επάνω στο πάντρεμα της λέξης με τον έρωτα. Αυτή η αξεδιάλυτη και δυναμικά σφιχτόδετη αντίθεση αποτελεί την απαρχή της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων και την ολότητα του κόσμου. Μέσα στην αντίθεση αυτή συνυπάρχουν σε αντιδικία και με γυμνότητα το απλούστερο και το βαθύτερο. Έτσι, αν δούμε τη φύση του λυρικού βίου, πρέπει να βιώσουμε μαζί με τον ποιητή μέσα στους σεισμούς της ουσίας μας τη στιγμή, όπου το πνεύμα γίνεται φωνή και η ίδια η ψυχή γίνεται ρυθμοποιημένος λόγος. Γι’ αυτό θα αποκλείσουμε από τα γνωρίσματα του λυρικού λόγου τις γλυκερές αισθηματολογίες, τις κάθε λογής περίπλοκες διανοητικές κατασκευές, την όποια φαντασίωση ή φαντασμαγορία. Η τεχνική του λόγου, η διαλεκτική του φροντιστηρίου, η παθητικολογία του εργαστηρίου δεν έχουν καμιά θέση μέσα στο λυρικό λόγο,  γιατί εδώ κυριαρχεί το απλό και το στοιχειακό. Η μοναξιά του πόνου δεν μεγαληγορεί. Η ερημιά της ψυχής μέσα στη συνείδηση της ορφάνιας της απέναντι στη μάνα φύση τίκτει το απλούστατο. "Εμείς, αδερφέ, δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε απ' τον κόσμο" θα πει ο σύγχρονος λυρικός ποιητής.

 

3. Αυτό το απλούστατο ακριβώς είναι και το μέγιστο, που προσφέρει ή εκφράζει ο λυρικός λόγος. Είναι ο λυρικός βίος! Η ζωή και το έργο του ανθρώπου κινούνται ανάμεσα σε δύο ορόσημα: στο προλογικό ψέλλισμα του νηπίου και στο αλληλούια του θριαμβευτή. Ο λυρικός βίος αρχίζει με το αδέξιο "σ' αγαπώ" του απλοϊκού ανθρώπου και τελειώνει με το συντελειακό τόνο της Φιλοσοφίας και της Τέχνης. Έτσι ακριβώς, όπως και σε κάθε απόσπασμα του Ηρακλείτου, στην αρχή βρίσκεται το απλούστατο και ξανά πάλι στο τέλος. Το Μεταξύ είναι το πολύπτυχο, το πολύπλοκο, το πολυειδές, το αινιγματικό: είναι ο μόχθος και οι μέριμνες της βιοπάλης, είναι το τάνυσμα του τόξου του πνεύματος στο σημάδεμα των αστεριών. είναι το αόρατο δικαστήριο για την ενοχή από το ανήμερο πάθος για μορφοποίηση και πράξη. είναι η μυστική ευωδία του άνθους της ψυχής κατά την υπέρτατη διακονία της στη συζυγία του πνεύματος και της ύλης. είναι ο κόσμος ο Μικρός ο Μέγας μέσα στην διελκυστίνδα της γέννησης και του θανάτου.

 

4. Ο αλησμόνητος διάλογος ανάμεσα στο Βρούτο και στο Λούκιο, που ακούμε στην τέταρτη πράξη του "Ιουλίου Καίσαρα" του Σαίξπηρ, εκφράζει κατά τον καλύτερο τρόπο αυτό, που θέλω να πω μέχρις εδώ. Εκείνη όμως η μορφή της γλώσσας, η οποία μπορεί να εξαντικειμενικεύσει τη θέση του ανθρώπου μέσα στο Σύμπαν, δεν είναι ο διάλογος, αλλά ο μονόλογος. Αυτός, αθεράπευτος εραστής της υπερλογικής ομορφιάς, μπορεί να γεύεται ακόρεστα τους γλυκόπικρους καρπούς του δένδρου της χαρμολύπης μέσα στον κλαυσίγελο της έσχατης απελπισίας, μέσα από το χαμόγελο ή την ειρωνεία του τραγικού χαρακτήρα, ο οποίος με το χιούμορ- που είναι η ύστατη στιγμή του μονολόγου- σέρνει ωσάν διάττοντας την τροχιά του μέσα στην άβυσσο του μηδενισμού και σημαδεύει την πορεία της ελευθερίας του ανθρώπου. Ο μονόλογος του λυρικού βίου οδοποιεί το ανέβασμα του τολμητία προς το Θεό και κάνει δυνατό το άλμα του μέσα στον κόσμο. Και η άβυσσος τότε δεν υπάρχει.

 

5. Η αθλιότητα και το μεγαλείο του ανθρώπου βρίσκουν την εικαστική, ηχητική ή λεκτική απόδοσή τους μέσα στο εύρος και την κινητικότητα του μονολόγου. Οι ποικίλοι αναβαθμοί στις αποχρώσεις των λέξεων -των οποίων η δυναμική και η αντιστικτική λειτουργικότητα κάνει το μέρος και το όλο του κειμένου ένα πολυσύνδετο διάλογο-, σύστοιχοι και συνταιριασμένοι από ανάλογη διαπλοκή της μελωδίας, δείχνονται κατά τον καλύτερο τρόπο μέσα στο μονόλογο της εσωτερικής σύγκρουσης. Ο περίφημος κεντρικός μονόλογος του Άμλετ μπορεί να μην προσφέρει κανένα νέο στοιχείο για τον εμπλουτισμό του πίνακα των κατηγοριών της τραγικότητας. μπορεί να αναμοχλεύει χιλιοειπωμένες φιλοσοφικές κοινοτοπίες, κοίτα όμως ποια γλωσσική τελειότητα χαρίζει ο Σαίξπηρ σ' αυτούς τους "κοινούς τόπους"! "To be or not to be: that is the question...". Θα άξιζε τον κόπο για μιαν αναλυτική, σχολαστική θα έλεγα, ανατομή αυτού του ανεπανάληπτου λυρικού μονολόγου, για να δειχτεί στην εμπειρία μας η διαλεκτικά δομημένη γλώσσα του γεννημένου λυρικού δραματουργού.

 

6. Έτσι θα φαινόταν ο κάθε σαιξπηρικός μονόλογος μια διαλεκτική κίνηση ανάμεσα στο λόγο και τον αντίλογο, στην ερώτηση και στην απόκριση. Δηλαδή βασικά μέσα στο μονόλογο εκτυλίσσεται ένας διάλογος. Ο μονολογών συζητεί με δύο πρόσωπα: το ορατό, των θετών, και το αόρατο, του πνεύματός του. Τούτο σημαίνει ότι η γλώσσα του μονολόγου, λυρική η ίδια από την ίδια της την ουσία, δηλ. απλή και δημώδης, είναι ένας ποταμός, που κυλάει επάνω στην κοίτη του με συντροφικότητα προς αυτήν. Βέβαια κάθε γλώσσα κινείται με τη δυναμική ροή ενός ποταμού. Η γλώσσα όμως του Σαίξπηρ είναι μια ιπποτική μονομαχία ανάμεσα στο Εγώ και στο Συ, είναι διάλογος και ταυτόχρονα αναβρυτική αρμονία φθόγγων, οι οποίοι στήνοντας μιαν αμάχη φιλίας με το λόγο, ιδρύουν τη συντροφικότητα. Και η συντροφικότητα είναι το ακριβότερο δώρημα του λόγου στον άνθρωπο. Το ότι βέβαια μέσα σε κάθε σαιξπηρικό δράμα ο θεατής βλέπει κι ακούει ανθρώπους να συνομιλούν, αυτός ο διάλογος έχει μόνο έμμεση σχέση προς αυτά που λέγω εδώ. Διότι εφόσον όλοι οι χαρακτήρες τεχνουργούνται μέσα στο μονόλογο του δραματουργού, αυτό σημαίνει ότι όλοι τους είναι μόρια ενός ευρύτερου μονολόγου, όπως είναι ολόκληρο το δράμα. Ο θεατής συμπάσχει με -ή αντιπαθεί- τους ήρωες της σκηνή, ανάλογα με τα σκηνικά εφφέ, την ηθοποιία ή την εκφραστική τους δύναμη, που τους χάρισε ο ποιητής τους. Αλλά ο ίδιος ο ποιητής, κοινός πατέρας όλων των προσώπων-μορφών, προίκισε και έντυσε με την αγάπη και τη στοργή του όλα τα πρόσωπα, όσο άξιζε, για να παίξουν σωστά το ρόλο τους.

 

7. Εδώ θυμούμαστε τη σημασία που ο Ηράκλειτος δίνει στο παιγνίδι για τη γένεση και πρόβαση του κόσμου. Ο Σαίξπηρ είναι ο ιστοριστής μιας μεγάλης εποχής της ιστορίας του ανθρώπου, μιας τραγικής εποχής της Ιστορίας, της ελισαβετιανής Αγγλίας, η οποία, αφού κέρδισε το παιγνίδι της αυτογνωσίας της, ασκήθηκε με αμεροληψία και σέβας επάνω στις δεξιότητες και τις αδυναμίες, στις αρετές και στις δυνάμεις του αντιπάλου, για να παίξει και κερδίσει το παιγνίδι της παγκοσμιότητάς της.

 

8. Η ίδρυση συντροφικότητας, λοιπόν, μέσα στο λυρικό μονόλογο σημαίνει σχέση αγάπης, άπλωμα και μάζεμα του έρωτα. Το στοιχείο του έρωτα ενυπάρχει βέβαια μέσα σε κάθε ομιλία και κάθε γλωσσική συντροφικότητα, ιδιαίτερα τονισμένο όμως προβάλλει μέσα από το λυρικό μονόλογο, ο οποίος ως γλώσσα τότε αποφαίνεται ως ερωτοποιημένος λόγος. Μια τέτοια γλώσσα όμως είναι συνάμα και λογοποιημένος έρωτας. Η αμοιβαιότητα αυτή μέσα στη διαλεκτική σχέση λόγου και έρωτα χαρίζει στη γλώσσα του Σαίξπηρ την απαρόμοιαστη μελωδικότητά της. Όλες οι δραματικές φιγούρες κι όλος ο κόσμος της σκηνής του Σαίξπηρ κερδίζει την ύπαρξη και λειτουργικότητά του από τη γλώσσα, η οποία είναι η καθαυτό δημιουργική δύναμη του θεατρικού έργου. Από τη χάρη της γλώσσας και τα δωρήματά της αντλεί και η πράξη ως μίμηση τα νάματά της, με το οποία γονιμεύει τις δραματικές φιγούρες. Με τη γλώσσα τη λυρική -που είναι πάνοπλη κι ατρόμητη για τη μάχη των συμβόλων, τα οποία θα θρυμματίσουν τις προθήκες της συμβατικότητας, για να αναδείξουν μέσα από μια τέτοια επαναστατική πάλη τις υπερλογικές διαστάσεις της πραγματικότητας -ο στοχασμός γίνεται πράξη. Πανάρχαιο είναι το ερώτημα για την πρωτοκαθεδρία του λόγου ή της πράξης. Με το λυρικό λόγο του δράματος το αίνιγμα τούτο παραμερίζεται για πάντα, γιατί ο λόγος και η πράξη δείχνουν μέσα στο λυρικό λόγο την άρρηκτη ενότητά τους, η οποία είναι μαζί φιλότης και νείκος, αντίθεση και συντροφικότητα. Και η σχέση αυτή δε θα μπορούσε να έχει άλλη δομή, γιατί ο άνθρωπος μέσα στην καθαρή του φύση είναι ένας δρων ομιλητής ή ένας ομιλών ρέκτης. Είναι αυτό που θα έλεγε ο Όμηρος για κάθε αγαθό ήρωα, αν αντιστρέψουμε τους όρους της γνωστής φράσης του («λόγων τε ῥήτηρ καί ἔργων τε πρήκτηρ») είναι ένας «πρηκτὴρ μύθων καὶ ῥητὴρ ἔργων»!

 

9. Μέσα στην αντιθετική διαπλοκή αυτών των σχέσεων μεταξύ λόγου και πράξης δένεται και το πολυσήμαντο ηρακλείτειο μυστικό του λυρικού Σαίξπηρ: Η γλώσσα του λυρικού πηγάζει από το σκότος, και ρέοντας μέσα στο χώρο και το χρόνο μορφοποιεί και ζωοποιεί έναν ολόκληρο κόσμο, μια μεγαλειώδη ιστορική εποχή, και ξαναγυρίζει στο σκότος, όμοια κι απαράλλαχτα όπως ήρθε, έπραξε και έφυγε και ο ίδιος ο Σαίξπηρ. Γι' αυτό το λόγο και τον Ηράκλειτο, το φιλόσοφο του λυρικού λόγου, τον είπαν "σκοτεινό". Ο λυρικός λόγος παρουσιάζεται αινιγματικός μεν και σκοτεινός, αλλά αρμόδιος και υπόλογος για όλα τα μικρά και τα μεγάλα, για την ημέρα και τη νύχτα του Μικρού και του Μεγάλου κόσμου. Ο λόγος αυτός δρασκελάει τους αιώνες και συναδερφώνει σε κοινή μαθητεία όλους τους σοφούς μέσα σε όλους τους πολιτισμούς. Όταν ο Ηράκλειτος ο Σκοτεινός ανακάλυψε μέσα του αυτή τη δύναμη του λυρικού λόγου, έπαψε ξαφνικά να ισχυρίζεται πως ήταν πάντη αμαθέστατος κι άρχισε να μιλάει αυθεντικά για όλα.

Έτσι κι ο Σαίξπηρ γνωρίζει τα πάντα: γνωρίζει την Αίγυπτο και ζει στην Τροία, είναι πολίτης της Ελλάδος, αλλά και ο αιώνιος Ρωμαίος, ξέρει τα πάντα για τη Βενετία, τη Γαλλία, τη Δανία και φυσικά είναι ο μέγας αρχειοφύλακας της αυτοκρατορικής Αγγλίας· είναι εμπεδόμυθος χριστιανός και αρχιερέας του παγανισμού· ξέρει να ζωγραφίζει του βασιλιά την τραγικότητα και να ξεσκεπάζει του ραδιούργου την εγκληματικότητα· βυθίζεται μέσα στη σοφία του προφέσορα και φτεροκοπάει στους ουρανούς της παιδικής αθωότητας.

 

10. Ο Σαίξπηρ, για να κερδίζει την πιο ακριβή δύναμη της αποκαλυπτικής γλώσσας του, τολμάει να φοράει ακόμη και το προσωπείο του παράφρονα, μέσα από το οποίο βρίσκει τους αρμόδιους τόνους, για να δώσει με λέξεις στο κοινό ένα αβυσσαλέο μυστικό, κάνοντάς το χειροπιαστή αλήθεια: την αδιάζευκτη συντροφικότητα της αληθινής ψευτιάς και της ψεύτικης αλήθειας. Δεν παίζω εδώ με τις λέξεις. Δεν είπα του "ψεύδους" και της "αλήθειας", γιατί αυτό είναι κάτι άλλο. Μέσα από το λυρικό λόγο του "τρελού" ξεπροβάλλει ο άνθρωπος του δράματος ως μείξη πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, ως σωμάτωση του ονείρου και εξάχνωση του πραγματικού. Το μυστικό αυτό δεν μπορεί να το γνωρίζει μέσα από το σαρκαστικό του γέλωτα ο μεθυμένος Τζων Φάλσταφ, αντίθετα προς το μεθυσμένο Αλκιβιάδη του πλατωνικού "Συμποσίου", που ξέρει την πάσαν αλήθεια για το "ἀμήχανον κάλλος" του Σωκράτη. Το μυστικό αυτό το ξέρει ο τρελός βασιλιάς Ληρ, ο οποίος μέσα από τη φωτεινή μανία του προφητεύει προορατικά τη σκηνή της καταιγίδας. Αυτή η μεταλλαγή στο ρόλο του τραγικού συνειδότος επιτρέπει την έναρξη της διαδικασίας της κάθαρσης, η οποία αναδείχνει τον ήρωα ως νέον άνθρωπο. Πραγματικά, ενώ πρώτα ο Ληρ αξιώνει να τού δείχνουν αγάπη, εντούτοις τη στιγμή, που ξεσπάει η τρέλα του, εκδηλώνει το συναίσθημα της συμπόνιας! Ξεκινάει από τον έλεο προς τον ίδιο τον εαυτό του και τον απλώνει, για να αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους, όλα τα όντα, όλη τη δημιουργία, γιατί τη βλέπει να πάσχει κάτω από τη βία και το κράτος της αναγκαιότητας. Το διάβημα του Οιδίποδα, να εξορύξει τους οφθαλμούς του, είναι ασφαλώς δηλωτικό της μεταβολής, η οποία συντελέστηκε μέσα στο συνειδός του και η μεταβολή αυτή τον οδηγεί στη συμφιλίωσή του με τη μοίρα του και τη λύτρωσή του εκ μέρους των θεών. Ο παράφρων Ληρ όμως ξεσχίζοντας τα ιμάτιά του με τη χειρονομία του αυτή βρίσκει μια ριζική μεταβολή στο χαρακτήρα του, χωρίς αυτή να του προετοιμάζει τη λύτρωση. Μέσα στην τρέλα του ανακαλύπτει μονάχα μιαν αλήθεια ότι ο άνθρωπος και ο κόσμος είναι ταυτόχρονα χειροπιαστός και σκιώδης. Μέσα στον κόσμο των ονείρων σμίγουν και συγκατοικούν ο σκιώδης άνθρωπος με το χειροπιαστό κόσμο και αντίστροφα. Πώς μπορεί κανείς να μη θυμηθεί τη σχέση της πραγματικότητας και του ονείρου στη σκέψη του Ηρακλείτου; Τα ίδια θα πρέπει να πούμε και για το πάθος της Οφιλίας, η οποία καταντάει στην παραφροσύνη, πέφτοντας από την οδυνηρή φωταύγεια ενός συνειδότος -απελπισμένου από την απόκρουση του πάναγνου έρωτά της- μέσα στις ονειρικές ζώνες του ασυνειδήτου. Έτσι στεφανωμένη με λουλούδια και τραγουδώντας, παρόμοια όπως η Μαρία στο "Λάμπρο" του Σολωμού, τρέχει ανάμεσα στις ιτιές, ώσπου να βουλιάξει στο ποτάμι, λες κι ήταν ένα δημιούργημα γεννημένο και προορισμένο για το στοιχείο αυτό.

 

11. Ο Άμλετ όμως στην αντιστροφή του συνειδότος του δεν κατέληξε παθολογικά. Μέσα στην πλήρη λαγαρότητα της σκέψης του, φορώντας το προσωπείο του τρελού, αποκτάει τη δύναμη να θέσει -μέσα στον κύκλο του Κακού- σε λειτουργία τη φωτεινή του ενόραση. Θέλει να θραύσει τη λεία κρούστα του επίπεδου Φαίνεσθαι και να ξεσκεπάσει τη σύγχυση και σύγκρουση της σκέψης με το γεγονός του θανάτου. Στο ξεσκέπασμα αυτό θα πεισθεί ότι η δική του σκέψη πρωτύτερα ήταν "ένα τέταρτο σοφίας και πάντα τρία τέταρτα δειλίας". Και αυτή η δειλία ήταν η δύναμη, που του άρπαξε την τόλμη για αυθορμησία μέσα στην πράξη. Ο Άμλετ στο ρόλο του "τρελού" περιστοιχίζεται από τύπους "κανονικούς", σύμφωνους με τα κριτήρια της συντηρητικής κοινωνίας: Ο Οράτιος, ο πιστός του φίλος, είναι ένας στωικός, που δε βασανίζει τη σκέψη του με καμιάν αμφιβολία. Ο Λαέρτης, νεαρός και γι’ αυτό συναισθηματικός και εύκολος στην παραπλάνηση. Ο Πολόνιος, ο αφοσιωμένος στα καθήκοντά του αυλάρχης του Δανού βασιλιά. Αυτοί οι τύποι μέσα από την ομαλότητα και κανονικότητα του χαρακτήρα τους συντελούν στο να φανεί ανάμεσά τους το παράξενο και αλλιώτικο του Άμλετ. Ο Άμλετ διάλεξε τη μάσκα του κλόουν, γιατί μόνον αυτός ο τρόπος του επιτρέπει να ξεσκεπάσει δημόσια όσες άσχημες αλήθειες του μαρτύρησε η ενόρασή του. Έτσι ξεπερνάει ορισμένες απελπιστικά βιωμένες οριακές καταστάσεις, όπως εκείνη της αηδίας ή της σαρτρικής ναυτίας, καθώς και της ορμής του θανάτου, και οπλισμένος με την ακαταγώνιστη δύναμη του γελωτοποιού αναλαμβάνει αποφασιστικά σα μοίρα του το τραγικό θέσφατο του λυρικού λόγου: να μειδιά ως κλόουν ή ως τρελός.

 

12. Μέσα σε τούτο το μειδίαμα κατορθώνει ο Σαίξπηρ να συμφιλιώνει τον διασπαραγμένο από τις καταλυτικές αντιθέσεις ήρωά του με τον εαυτό του μέσα σ' ένα ήρεμο κλίμα αυτοπαραίτησης και ειρωνείας, κάτω από τον ευαγγελισμό της ειρήνης και επάνω στο λυτρωτικό χαμόγελο του κλαυσίγελου. Γιατί, αλήθεια, μόνον ο κλαυσίγελος είναι το λυτρωτικό προνόμιο του ανθρώπου, ενώ το μειδίαμα έκφραση των αθανάτων. Και αυτό είναι το μέγα επίτευγμα του λυρικού λόγου: μ’ αυτόν μαζί ο άνθρωπος αφθαρτίζοντας αθανατίζει. Και από τα ύψη των αθανάτων βλέποντας τον εαυτό του μέσα στον κόσμο ως ηθοποιό καταλαβαίνει τη σαιξπηρική αλήθεια: I am not, what Ι am. Μέσα από τούτη τη σκληρή και αποκαλυπτική μαρτυρία του ανακαλύπτει ότι και οι άλλοι, δηλ. όσοι ζητούν να βρουν τον εαυτό τους, αναγνωρίζουν ότι ο κόσμος τους είναι ένα κυκλικό θέατρο, με μιαν επιγραφή στην είσοδό του γραμμένη κάπως έτσι: Totus mundus agit histrionem. Kαθένας πράττει σαν ηθοποιός, για να σκεπάσει ή να μελετήσει και ανακαλύψει τον εαυτό του. Και ακριβώς αυτή είναι η μυριάκριβη διακονία του λυρικού λόγου: η αυτο-αποτίμηση του ανθρώπου.

Άλλες συνδέσεις

Διευθύνσεις

Γιάννης Π. Βλασόπουλος Δημοτσέλιου 15
30100 Αγρίνιο

Αξιολογήσεις

Αν υπάρχει κάποια συνταγματική αρχή που επιβάλλει μεγαλύτερη προσήλωση από τις άλλες, αυτή είναι η αρχή της ελευθερίας της σκέψης - και συνακόλουθα της έκφρασής της. Όχι της ελευθερίας της σκέψης γι' αυτούς που συμφωνούν μαζί μας, αλλά της ελευθερίας για τη σκέψη την οποία μισούμε.

Ημερολόγιο


Η Νέα Εποχή © 2006| All Rights Reserved

Design by RTBWizards.com