Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Κείμενα αισθητικής και τέχνης

arrowsubcategoryΜυταράς: "Η τέχνη είναι ο έρωτας με την πλατύτερη σημασία της λέξης"

arrowsubcategoryΚαστοριάδης: "Κανείς δεν θα πάει ποτέ πιο μακρυά από τον Αισχύλο"

arrowsubcategoryΕμμ. Κάντ: Βασικές αρχές αισθητικής θεωρίας

arrowsubcategoryΓεωργοβασίλης: Ο λυρικός λόγος του Σαίξπηρ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΓΕΩΡΓΟΒΑΣΙΛΗΣ

 

Ο Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης, γεννήθηκε στην Παραβόλα το 1933. Σπούδασε δάσκαλος με κρατική υποτροφία στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων (1951-53), φιλόλογος, επίσης με κρατική υποτροφία, στην Αθήνα (1952-1957) και Φιλοσοφία, Κλασσική Φιλολογία και Παιδαγωγικά, επίσης με κρατική και γερμανική υποτροφία, στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1974-1978), όπου ονομάστηκε και Διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Δίδαξε σε σχολεία δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ως γυμνασιάρχης, λυκειάρχης, και επόπτευσε περιφέρειες της κρατικής εκπαίδευσης ως επιθεωρητής και επόπτης-συντονιστής. Δίδαξε για τρία χρόνια ως εντεταλμένος Καθηγητής στη Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία και για λίγο στο Παιδαγωγικό Τμήμα του πανεπιστημίου, υπηρέτησε δε το ελληνικό δημόσιο για 30 χρόνια. τέχνης.

Ενδεικτική εργογραφία:

(2015)   Αλμπέρ Καμύ, ο φιλόσοφος της εξέγερσης, Δρόμων

 

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2005)   Η πολιτική και οι πολιτικοί, Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία (ΑΙ.ΠΟ.Ε.) [εισήγηση]

(1995)   Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1993)   Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1990)   Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1987)   Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

 

Μεταφράσεις

(2008)   Pekridou Gorecki, Anastasia, Η μόδα στην αρχαία Ελλάδα, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(2007)   Diels, Hermann, Οι προσωκρατικοί, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(2005)   Schuhmann, Elisabeth, Γνωμικά Ελλήνων και Ρωμαίων, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1999)   Reinsberg, Carola, Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην αρχαία Ελλάδα, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1998)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1995)   Μεγάλοι ιδρυτές θρησκειών, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1994)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1994)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1994)   Blanck, Horst, Το βιβλίο στην αρχαιότητα, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1983)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.

(1983)   Vergilius Maro, Publius, Αινειάς, Παπαδήμας Δημ. Ν.




 

Είναι ισότιμοι οι πολιτισμοί;

 

 

Βέβαια, ή αξιολογική αποτίμηση και σύγκριση πολιτισμών δεν είναι εφικτή: δύσκολο να υπάρξουν κοινώς αποδεκτά κριτήρια, να συμπέσουν οι έξωθεν εκτιμήσεις νοηματοδοτήσεων της πραγματικότητας καί επακόλουθων τρόπων του βίου. Παρακινδυνευμένο λοιπόν να μιλάμε για «ανώτερους» και «κατώτερους» πολιτισμούς, «καλύτερους» και «χειρότερους».

 

Μπορούμε όμως να εντοπίσουμε διαφορές. Να επισημάνουμε ότι ο πολιτισμός τής μεταρωμαΐκής Δύσης, ό μόνος στην ανθρώπινη 'Ιστορία που αναδείχθηκε πραγματικά παγκόσμιος, δεν γνώρισε ποτέ την ανάγκη μετάβασης από την κοινωνίαν της χρείας στην κοινωνίαν του αληθούς.

 

Υπηρέτησε και υπηρετεί με εκπληκτική επινοητικότητα τις χρηστικές ανάγκες του ανθρώπου. Στο πεδίο αυτό πέτυχε μοναδικές επιδόσεις: Τεράστια μείωση τού σωματικού μόχθου, πρωτοφανή αύξηση παραγωγής ωφέλιμου αποτελέσματος με ελάχιστη ή καθόλου καταπόνηση. Απίστευτες διευκολύνσεις στην πρακτική του βίου, ταχύτατες μεταφορές-μετακινήσεις των ατόμων, άμεση επικοινωνία από οποιαδήποτε απόσταση, πρόσβαση εύκολη και γενικευμένη στην πληροφόρηση. Μεγιστοποίηση των ηδονικών παροχών, ανέσεων, εύκολου πλούτου, ποικιλότατης ψυχαγωγίας, ανεμπόδιστου αισθησιασμού. Ελαχιστοποίηση του σωματικού άλγους, απαλλαγή από πλήθος ασθενειών, αύξηση τεράστια του προσδόκιμου επιβίωσης, δυνατότητες Ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που μειώνουν ή και νικούν τον φόβο τής αρρώστιας. Θωράκιση του ατόμου με δικαιώματα. εξουσίες αναγκαστές κατά πάντων, ανεμπόδιστες επιλογές ατομικών προτιμήσεων. Καί πλήθος ανάλογα.

 

Ό κοινωνιοκεντρικός πολιτισμός των Ελλήνων και ο πολιτισμός του αθλήματος της εκκλησιαστικής κοινωνίας δεν μπορούν ούτε να συγκριθούν ούτε να συμβιβαστούν με τον ατομοκεντρικό πολιτισμό τής μεταρωμαϊκής Δύσης.

 

Ή διαφορά είναι καισαρική, πρόκειται για στάσεις ζωής καί τρόπους τού βίου πού αλληλοαναιρούνται αμοιβαία, για στοχεύσεις ασύμπτωτες, διαμετρικά αντίθετες. Αυτό τουλάχιστον υπαγορεύει ή λογική της κοινωνούμενης εμπειρίας.

Χρ. Γιανναράς

  

















































ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΗ

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Μια διδασκαλία από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου

Γράφει ο Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης


«Η αυλή των θαυμάτων» στον ΛυκαβηττόΤο έτος 1999, που συμπληρώθηκαν 250 χρόνια από η γέννηση του Γκαίτε (1149-1832) και 200 χρόνια από τη γέννηση του Πούσκιν (1799-1831), μεγάλων συγγραφέων και φλογερών φιλελλήνων, το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο του Αγρινίου προτίμησε να ανεβάσει επί σκηνής για τις θερινές εμφανίσεις του έργο ελληνικό και μάλιστα συγγραφέα «ασπούδαχτου» και πολυγραφότατου, ο οποίος έχει τιμηθεί και µε τίτλους επίτιμου διδάκτορα πανεπιστημίων καθώς και με την έδρα Λογοτεχνίας στην Ακαδημία Αθηνών: την «Αυλή των Θαυμάτων» του Ναξιώτη lάκωβου Καμπανέλλη (1922-2011). Έτσι τα δύο αυτά παγκόσμια ιωβηλαία αγνοήθηκαν σχεδόν καθολοκληρία στην πατρίδα μας, αφού προέχει το μάθημα της πατριδoγνωσίας και της εθνικής αυτογνωσίας.

H «Αυλή των Θαυμάτων» έφτασε στο Αγρίνιο για ένα δεύτερο γάμο της με το θεατρόφιλο λαό του (ο πρώτος γάμος είχε γίνει από το Θέατρο του Δήμου Αγρινίου κάπου στα 1983). Έφτασε στο Αγρίνιο με φανούς και λαμπάδες ως παλύφερvoς νύμφη με βαρύτιμη φερνή: την καταξίωση του έργου από επώνυμους σκηνοθέτες και με συστατικά γράμματα ως εκθειαστικές κριτικές καθιερωμένων κονδυλοφόρων της θεατρικής κριτικής.

Το φαινόμενο Καμπανέλλn -θεωρείται ο ανακαινιστής του νεοελληνικού θεάτρου- δεν είναι το μοναδικό στη χώρα μας, αλλά και παγκοσμίως. Βεβαίως, πνεύματα από τη φύση προικισμένα, άγρυπνα και ανήσυχα για την εποχή τους, αλλά και εμποδισμένα στην πορεία της ανέλιξής των, χαλύβδωσαν με πείσμα τη θέλησή τους και τόλμησαν να βυθιστούν στους βούρκους, στα τενάγη, στα έλη και στους οχετούς της κοινωνικής αδικίας, για να βρουν και να ανασύρουν από εκεί μέσα τα μαργαριτάρια της χάρτινης τιμής των ταπεινών και καταφρονεμένων. Τα έργα τους αποτελούν αμείλικτες δημόσιες καταγγελίες εναντίον όλων των αφανών λαοφθόρων και λαοφόνων δυνάμεων, αλλά και διαπρύσια σαλπίσματα για κοινωνική ανάνηψη, επαγρύπνηση και αντίσταση. Στην κατηγορία αυτών των πνευμάτων έχουν κατατάξει και τον δικό μας Ι. Καμπανέλλη.

Ο θεατής του έργου τούτου, σήμερα μεσοαστός και κοινωvικά σχετικώς αποκατεστημένος, εξαντλεί όλη τη συμπάθειά του για τη δυστυχία και τα αδιέξοδα των τύπων του δράματος, ενός πολύπλευρα κοινωνικού και εθνικού δράματος, το οποίον συνεχίζει να παίζεται ακόμη στη Χώρα μας, χωρίς να προφαίνεται η έξοδός του. Όμως η απογοήτευση του μεταπολεμικού Έλληνα δεν ταυτίστηκε ποτέ με την παραίτηση, αλλά έγινε ζείδωρη πνοή και δυνατή ορμή για ανακατάταξη και ανοικοδόμηση: «Ναι, μα δεν είναι τόπος αυτός, ανάθεμα την πίστη µου ... Τρεις µέρες να δουλεύεις και μια να κάθεσαι... Να μην έχεις μια κάμαρα να μείνεις .... Να µην ξέρεις ποτέ τι είσαι και πώς θα ξημερωθείς ... Σ' αυτόν τον τόπο δεν στεριώvεις ποτέ και πουθενά ... Όλα πάνε όπως τους έρθει.. Να, όλη τη νύχτα έριχνε με το τουλούμι ... Ο αέρας κόντευε να μην αφήσει στέγη για στέγη ... Και τώρα κόψε λιακάδα λες κι είναι Mάης ... Bιoλί είν' αυτό...» Ο συγγραφέας στο σημείωμά του για την παράσταση στο Θέατρο Τέχνης 1957-58 έγραφε: «"Η Aυλή των Θαυμάτων" βασίζεται στην έλλειψη σταθερότητας και σιγουριάς, που χαρακτηρίζει τη ζωή του Έλληνα. Η αστάθεια αυτή, τόσο γνώριμη σε όλους µας, αρχίζει από το αλλοπρόσαλλο κλίμα μας, τη «στρατηγική» γεωγραφική μας θέση, τη φτώχεια του τόπου μας, και τελειώνει την ιδιωτική μας Οικονομία. Όλα στην Ελλάδα αvεβοκατεβαίνουν πολύ εύκολα, κυλούν, φεύγουν, και n συνηθισμένη λαxτάρα του Ρωμιού είναι να στεριώσει κάπου, να σιγουρέψει κάτι». Ο συγγραφέας στοιχείται με την αγωνία του μεγάλου πλήθους, το οποίον ανέκαθεν σε τούτη τη Χώρα δoκιμαζόταν από τέτοια και χειρότερη εναγώνια και κάποτε επιθανάτια αποκαρτέρηση. «Τῇ Ἑλλάδι πεvίη μὲv ἀεί κοτε σύντροφός ἐστι» (Η 102), έγραφε ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος.

Όμως ο συγγραφέας της «Aυλής των Θαυμάτων» παραγνωρίζει την ουσία αυτής της δυστυχίας, παρακάμπτει την ουσία της ελληνικής απαισιοδοξίας, η οποία ποτέ δεν αποδείχθηκε πεισιθάνατη και αδιέξοδη, αλλά αντίθετα σ' αυτήν οφείλεται το τραγικό μεγαλείο τούτης της φυλής: Οι συνεχείς στάσεις, επαναστάσεις και κοινωνικές αναστατώσεις στις πόλεις-κράτη των Αρχαίων ήταν οι μηχανισμοί για την πληθυσμιακή αποσυμφόρηση των πόλεων με ίδρυση αποικιών, οι οποίες επεξέτειναν την Ελλάδα και τον πολιτισμό της σχεδόν σ' όλα τα παράλια της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου. Αλλά και στις αρχές τούτου του αιώνα καθώς και μετά τα μέσα του η μεγάλη μετανάστευση ενεργού και ακμαίου πληθυσμού προς χώρες ευημερούσες συνετέλεσε στην ταχύτερη αποκατάσταση της κοινωνικο-οικovομικής ζωής τούτου του τόπου.

Βεβαίως είναι δικαιότατη κραυγή εκ βαθέων η απόφαση εκπροσώπων της νεολαίας να αντισταθούν στον πειρασμό της μετανάστευσης. «Δε µου κάνει καρδιά να φύγω... Ώρες ώρες µού ‘ρχεται να βγω στο δρόμο και να μπήξω τις φωνές ... Ο γέρος μου ήταν στρατιώτης από το δέκα ως το είκοσι. .. στα σαράντα έχασα έναν αδερφό κι εγώ ό,τι μού ΄πανε τό κανα... γιατί να φύγω; Γιατί να πάω αλλού ... , εδώ είv' ο τόπος µου ... Εδώ πρέπει να βρω δουλειά, ψωµί, σπίτι. .. εδώ τα θέλω, εδώ... εδώ ...». Και παρακάτω: «Eίναι και μεγαλείο ο τόπος μας! Μα αν ο καθένας τovε βγάζει σκάρτο, ρίχνει πέτρα πίσω του και φεύγει, τι θα γίνει...;». Όταν όμως κάποιοι από το πλήθος ασφυκτιούν και δεν μπορούν να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων, όπως τη δρομολογούν οι αφανείς δυνατοί, οι οποίοι κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα τους˙ όταν οι καταπιεσμένοι και αδικημένoι αναγκάζoνται να διαμαρτύρovται και αποφασίζουν να αγωνιστούν για τα δίκαιά τους, ενώ οι ρυθμιστές των αδιέξοδων καταστάσεων τούς φράζουν το δρόμο, τούς εξορίζουν, τούς φυλακίζουν, τους καταδυναστεύoυv: τότε n φυγή είναι αναπότρεπτη, ίσως να είναι η μόνη λύση επιβίωσης. Ένα κεφαλαιώδες γνώρισμα των Eλλήνων είναι n φιλoπατρία του λαού, αλλά και n μισοδημία των αρχόντων. Σ' αυτό το γνώρισμα κυρίως οφείλεται το άσπονδο μίσος, που τρέφει ο νεoελλnνικός λαός κατά του κράτους. Διότι πάντοτε οι κυβερvώvτες ταυτίζουν το κράτος με τα συμφέροντά τους, με το όνειρο της σπουδαρχίας και της θεσιθηρίας, για να μπορούν έτσι να χαλινώνουν το λαό και να τον χρησιμοποιούν κατά τις ορέξεις τους.

Τούτο το θεατρικό έργο του Ι. Καμπανέλλn ασφαλώς δεν νευρώνεται από βαθιές σκέψεις και αιώνιες αλήθειες. Δεν αναζητεί ούτε τα αίτια ούτε περισπάται σε ερμηνείες. Το υλικό του είναι από εκείνο που πλούσια και αστείρευτα τροφοδοτεί στον αιώνα μας το δημοφιλές και εμπορικό σκηνικό είδος των επιθεωρήσεων. Βεβαίως απουσιάζει το στοιχείο της σάτιρας, του κωμικού και του γελοίου. Και επικρατεί ο παλμός των επίκαιρων γεγονότων. Από την άποψη αυτή θα μπορούσε να χρησιμεύει ως δείγμα, και μάλιστα οριακό, χρονικού της κοινωνικο-οικονομικής ιστορίας του τόπου μας.

Γιατί πράγματι οι σημερινοί νέοι από το έργο αυτό δεν εισπράττουν κανένα διεγερτικό δίδαγμα επαγρύπvησης και αντίστασης, αφού απουσιάζουν οι σπινθηρισμοί, μολονότι η ιστορία επαναλαμβάvεται˙ οι νέοι πολίτες δεν αποκομίζουν τίποτε άλλο εκτός από μια χαλαρή πληροφόρηση για την επώδυvη δυστυχία των προγόνων τους, η οποία παρά ταύτα μεταλλαγμένη συνεχίζεται. Ο κεντρικός ήρωας του έργου, ο Στέλιος, δεν εκφράζει ούτε τραγικότητα ούτε κωμικότητα˙ απλώς αποτελεί ένα αδέξιο κατασκεύασμα – «θαύμα» του συγγραφέα, το οποίov απέχει πολύ από του να σταθμίζει τo μέσο μεταπoλεμικό Έλληνα. Και αν το έργο αυτό γραφόταν σήμερα, ίσως ο συγγραφέας του θα είχε συμπεριλάβει και άλλα θεαματικότερα «θαύματα» της μικροαστικής κοινωνίας μας, αίφvης από το «θαύμα» των χθεσινών αχθoφόρων, προβιβασμένων σε σημερινούς απόλυτους διαχειριστές του εθνικού πλούτου και αυθαίρετους κήνσορες της ζωής μας, μέχρι το «θαύμα» των πρώην ανθρωποφάγων φασιστών σε μεταλλαγμένους φανατικούς υπερδημοκράτες! Αλλά παντού επικρατεί νηνεμία στα αραξοβόλια και στα πέλαγα. Ο νους των θεατών δεν χρειάζεται ν' αρμενίζει.

Κοσμείται όμως το έργο τούτο με τέτοιες σκηνικές αρετές, που σπάνια συναντά κανείς σε ελληνικά θεατρικά έργα. Και παρά τις πρόδηλες αδυναμίες της διασκεπτικής τέχνης του κειμένου, η σκηνική επιτυχία του έργου οφείλεται εν πολλοίς στην καλή σκηνοθεσία και στη φιλότιμη προσπάθεια των ηθοποιών. Είναι συγκινητική για όλους, ηθοποιούς και θεατές, η στιγμή να αποδίδονται επί σκηνής ρόλοι, που μιλούν ευθύτατα στη συνείδηση των θεατών, οι οποίοι αφειδώλευτα και εκδηλώνουν όλη τους τη συμπάθεια με την ενθουσιώδη επικρότηση ως δαψιλή αντιμισθία.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Mιxαηλίδης, παλαιός φίλος του συγγραφέα, ήταν ασφαλώς η εγγύηση για την επιτυχία της παράστασης. Τα σκηνικά και τα κουστούμια, από την Αγνή Ντούτση, δεν είχαν να ζηλέψoυν τίπoτε από τα σκηνικά Tσαρoύxn, εκείνα της πρώτης διδασκαλίας του έργου από το θέατρο του Καρόλου Κουν. Μόνον υπερείχαν σε λιτότητα. Από τους ηθοποιούς οι θεατές ξεχώρισαν τις ερμηνείες της με γερό τάλαντο προικισμέvης ηθοποιού Γιολάντας Μπαλαούρα στο ρόλο της Μαρίας, της Ντόρας Σιροπούλου στο ρόλο της γριάς Αννετώς, του Δημήτρη Γιαννόπουλου στο ρόλο του Στρότου, του Xρήστου Bαλαβανίδη στο ρόλο του Στέλιου. Αδικήθηκε - και μάλιστα βαριά - ο ταλαντούχος και πολύ έμπειρος ηθοποιός Γιάννης Παπαθανάσης στον περιθωριακό ρόλο του Α' Μηχανικού.

Το Πρόγραμμα, με εικόνες ασπρόμαυρες, σχετικώς ογκώδες (48 σελίδες!) Και μεγαλόσχημo, είναι αφιερωμένο σχεδόν κατά το μεγαλύτερo μέρος του στην τιμητική παρουσίαση του συγγραφέα. Μάλιστα οι παράγοντες του Aγριvιώτικου Θεάτρου είχαν oργαvώσει και τιμητική τελετή για τον nλικιωμένo συγγραφέα, ο οποίος όμως παρουσίασε κώλυμα ως δικαιολογία για την απουσία του, που έγινε δεκτό με έκδηλη και περισσή δυσαρέσκεια. Έτσι η επιλoγή του έργου αυτού από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου αποδείχθηκε ότι σκόπευε και στη θεραπεία της δίψας του γηραιού συγγραφέα για δόξα, αφού κατά τον Θουκυδίδη «τὸ γὰρ φιλότιμον ἀγήρων μόνον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀχρείῳ τῆς ἡλικίας τὸ κερδαίνειν, ὥσπερ τινές φασι, μᾶλλον τέρπει, ἀλλὰ τὸ τιμᾶσθαι.» (ΙΙ, 44) Και ο σεμνός συγγραφέας υμνήθηκε με μεγαλoστoμίες, ασυνήθιστες ακόμη και ως επαρχιωτικές.

Το έργο τούτο του Αγρινιώτικου θεάτρου, με το οποίο εφέτος συμπληρώθηκε κύκλος 60 έργων στα δεκαεννιά χρόνια της λειτουργίας του, ερμηνεύθηκε για πρώτη φορά (πρεμιέρα) στις 17 Ιουλίου στο αρχαίο Θέατρο Οινιαδών, διδάχτηκε επίσης στις 23 Αυγούστου στο θέατρο Λυκαβηττού καθώς και σε πολλές πόλεις της χώρας. Η «Αυλή των Θαυμάτων» εφέτος προσφέρθηκε στο φιλοθέαμον Κοινό, τουλάχιστον του Αγρινίου, κάπως ωσάν ξαναζεσταμένο φαγητό. Σε ένα Κοινό μάλιστα, το οποίον είχε την τύχη (πριν χρόνια) να γνωρίσει το ίδιο έργο με σκηνοθεσία του αείμvηστου Aγρινιώτη Νίκου Παπακωνσταντίνoυ, και τον ίδιον στο ρόλο του Ιορδάνη, την δε υπέροχη ηθοποιό σύζυγό του Άννα Παπακωνσταvτίvoυ-Πολυτίμου στο ρόλο της Αννετώς.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό” Ρίζα”.

Άλλες συνδέσεις

Διευθύνσεις

Γιάννης Π. Βλασόπουλος Δημοτσέλιου 15
30100 Αγρίνιο

Αξιολογήσεις

Αν υπάρχει κάποια συνταγματική αρχή που επιβάλλει μεγαλύτερη προσήλωση από τις άλλες, αυτή είναι η αρχή της ελευθερίας της σκέψης - και συνακόλουθα της έκφρασής της. Όχι της ελευθερίας της σκέψης γι' αυτούς που συμφωνούν μαζί μας, αλλά της ελευθερίας για τη σκέψη την οποία μισούμε.

Ημερολόγιο


Η Νέα Εποχή © 2006| All Rights Reserved

Design by RTBWizards.com