Ιστορία

H Eπανάσταση στο Βραχώρι:

  Πολιορκία και κατάληψη του Βραχωριού (26 Μαϊου - 11 Ιουνίου 1821)

Της Λένας Γιαννακοπούλου - Τριανταφυλλίδη


 A. Η κατάσταση στο Βραχώρι τις παραμονές της πολιορκίας

Η Επανάσταση μέσα σε ελάχιστους μήνες από την έναρξή της στο Μόριά (Μάρτιος 1821) προήλαυνε νικηφόρα και προς τη Στερεά Ελλάδα.

Εδώ δεν θα μπορούσε να στεριωθεί, αν δεν έπεφτε στα χέρια των Ελλήνων το προπύργιο των Τούρκων στη Δυτική Ρούμελη, το Βραχώρι.

Όσο ο Αλή πασάς είχε το Κάρλελι στη δικαιοδοσία του, μουτεσελίμης στην περιοχή ήταν ο συγκαταβατικός προς τους Έλληνες Ελμάς μπέης1.

Η αποκήρυξη του Αλή πασά από το Σουλτάνο (1820) είχε δυσμενείς επιπτώσεις στο διοικητικό καθεστώς της περιοχής. Έγινε σαρωτική εκκαθάριση του Ελμάς μπέη και των Αλβανών του. Οι διάδοχοί του ο Μουτεσελίμης Αλάμπεης και ο δερβέναγας Τουρκαλβανός Νούρκα Σέρβανης είχαν διαφορετικές διαθέσεις απέναντι των Ελλήνων2.

Το Βραχώρι, στις παραμονές της Επανάστασης με μεγάλο αριθμό τουρκικών οικογενειών που διέθεταν ισχυρές φρουρές και σωματοφύλακες κατά το τοπικό έθιμο, θεωρούνταν προπύργιο των Τούρκων. Η φρουριακή μορφή της πόλης με τις στέρεες οχυρώσεις και την ενισχυμένη φρουρά (5000 άνδρες) παρείχε ασφαλές καταφύγιο και στους γειτονικούς τουρκικούς πληθυσμούς -από το Απωλικό και το Μεσολόγγι ακόμα και την Πάτρα- που κατέφευγαν εκεί από τις αρχές της Επανάστασης για μεγαλύτερη ασφάλεια3.

Η κατήχηση των φιλικών ήταν περιορισμένη στο Βραχώρι και για το φόβο των Εβραίων -ήταν ενδεχόμενο να προδώσουν το μυστικό- λόγω και της αντιπαλότητας των δύο κοινοτήτων. Η φοβερή επίσης διοικητική δικτύωση του Αλή πασά τους καθιστούσε διατακτικούς. Ωστόσο υπήρξαν φιλικοί όπως ο Νικόλαος Καρπούζης, ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος, ο Παναγιώτης Στάικος. Ο τελευταίος, ως επιφανής έμπορος της Οδησσού είχε ιδιαίτερη δράση στο δίκτυο της εταιρείας. Ο Ιερός Λόχος του Αλ. Υφηλάντη στη Μολδοβλαχία είχε εξοπλιστεί με δικές του δαπάνες4.

Τόσο ο Νούρκα Σέρβανης όσο και ο Χουρσίτ προσπάθησαν να δελεάσουν με παραπειστική επιστολή τον Αλεξάκη Βλαχόπουλο, ώστε να τελεί υπό την ομηρία τους σε περίπτωση επαναστατικής εξέγερσης, της οποίας την επιβράδυνση επεδίωκαν για να διευθετηθεί η αποστασία του Αλή πασά3,

Όμως η ώριμη στιγμή είχε ήδη φτάσει. Προεστοί και καπεταναίοι που ελίσσονταν διπλωματικά και συνεργάζονταν με τους Τούρκους (Αλεξάκης Βλαχόπουλος, Χρηστάκης Στάϊκος, Μεγαπάνος, Γ. Βαρνακιώτης) αποβάλλουν το προσωπείο. Το δημοτικό τραγούδι απηχεί εύλογα την κατάσταση:

 

Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά στον Παλιοπύργο

Τόνα τηρά τ'Απόκουρο και τ' άλλο τα γεφύρια

Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογά και λέει:

“Μας ήρθε η άνοιξη πικρή, το ραμαζάνι μαύρο.

Μας εγελάσαν οι Ρωμιοί Χρίστος και Μεγαπάνος

Κι εφέρανε την κλεφτουριά από τα βλαέτια...”6

 

Η εποποιεία της Επανάστασης στη Δυτική Ρούμελη με επίκεντρο το Βραχώρι είχε αρχίσει. Ήδη από το Φεβρουάριο του 1821 οι επαναστατικές πράξεις διαδέχονται η μια την άλλη (αρχές Φεβρ.) στο φρούριο της Ναυπάκτου, άλωση του φρουρίου του Αντιρρίου - χτύπημα των χαρατσάδων (5 Μαρτίου 1821) “σκάλα του Μαυρομάτη “από το Δ. Μακρή)7. Η κορυφαία όμως πράξη ήταν η κατάληψη του Βραχωριού με ευνόητες για την εξέλιξη του αγώνα συνέπειες. Στις συσκέψεις των οπλαρχηγών -έγινε αποδεκτό στρατηγικό σχέδιο του Γεωργάκη Βαρνακιώτη- είχεν ορισθεί ως ημέρα εκστρατείας η 28η Μα'ί'ου και ως ημέρα εφόδου η επόμενη 29 Μάίου 18218 που συνέπιπτε με την Πεντηκοστή.

       B. Πολιορκία και άλωση του Βραχωριού

Ύστερα από συνεννοήσεις του Αλ. Βλαχόπουλου με τους ντόπιους οπλαρχηγούς για να επιτεθούν ταυτόχρονα κατά της πόλεως (28-29 Μάίου 1821) οι οπλαρχηγοί Δ. Μακρής και Θ. Ραξηκότσικας άρχισαν να καταλαμβάνουν θέσεις (26-27 Μαΐόυ) κοντά στα γεφύρια του Αλάμπεη, ενώ ο Σιαδήμας, οπλαρχηγός του Απόκουρου με 500 συντοπίτες του και ο Θοδωράκης Γρίβας με 200 Ξηρομερίτες κατέλαβαν τη Ντογρή. Ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος, αρματολός του Βλοχού και συντονιστής της επιχείρησης με 500 Βλοχαϊτες και μερικούς άλλους υπό τον Τσόγκα, οπλαρχηγό της Βόνιτσας είχε καταλάβει τον Παλιόπυργο ή Παλιόκαστρο (ύψωμα της σημερινής Αγιά-Βλαχέρνας)9. Με τους 700 πολεμιστές του Δ. Μακρή, κυρίως Ζυγιώτες και Μεσολογγίτες συνενώθηκαν οι υπό τον Βαλτινόν Μεσολογγίτες και οι υπό τον Γκολφίνο Αιτωλικιώτες. Το πολεμικό αυτό απόσπασμα πέρασε γρήγορα μετά τα μεσάνυχτα τα γεφύρια του Αλάμπεη και στους κόλπους του συσπειρώθηκαν άτακτοι του γύρω κάμπου και των λιμνών. Η συρροή ντόπιων ήταν τόση, ώστε περί την τετάρτην πρωινήν ήσαν παρατεταγμενοι από την Ερμίτσα ως και ένα τέταρτο έξω από το Βραχώρι περί τους 3000. Έτσι το σώμα του Δ. Μακρή αναπτύχτηκε ΝΑ του Βραχωριού, ενώ του Αλεξάκη Βλαχόπουλου που κατερχόταν από τον Παλιόπυργο ΒΑ της πόλης. Από το ίδιο σημείο (τον Παλιόπυργο) κατεβαίνει και ο Γιαννάκης Στάϊκος οπλαρχηγός της Βελάωστας, ενώ από ΒΔ μπαίνουν οι Βαλτινοί υπό τον Ανδρέα Ίσκο 10.

Ξαφνικά οι πολεμιστές άναψαν πυρ καθώς εξέλαβαν κάποια εκπυρσοκρότηση ως σύνθημα και ο κάμπος του Βραχωριού άστραφτε μέσα στη νύχτα. Τα σώματα που κατέρχονταν σφύριζαν και πυροβολούσαν κάνοντας πανδαιμόνιο. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν - ήταν άγρυπνοι γιατί είχαν ραμαζάνι- και έσπευσαν να παραταχθούν στην ανατολικομεσημβρινή γραμμή του ρέματος που διέσχιζε την πόλη για να εμποδίσουν τη διέλευση των πολεμιστών από τα γεφυράκια των ρεμάτων. Άλλοι οχυρώθηκαν στο χαμάμι και τζαμί, στο χώρο όπου βρίσκεται σήμερα η Ζωοδόχος Πηγή για να αναχαιτίσουν τους Έλληνες. Γρήγορα όμως αντελήφθησαν το μάταιο της προσπάθειας. Οι Έλληνες τρύπησαν το τζαμί και οι Τούρκοι πατάχτηκαν έξω έντρομοι κι έτρεξαν να κλειστούν στους πύργους του Αλάμπεη και του Μαχμούτ και Μεχμέτ μπέη, το διοικητήριο, τα σεράγια του Νούρκα Σέρβανη και στις οχυρές κατοικίες που διέθεταν διπλούς και τριπλούς περιβόλους.

Έτσι η αιφνιδιαστική επίθεση που επιχειρήθηκε τα ξημερώματα της επομένης υπό τον Αλεξάκη Βλαχόπουλο τους βρήκε έγκλειστους στα οχυρωμένα σπίτια στο κέντρο της πόλης. Η φρουριακή μορφή της πόλης καθιστούσε δύσκολη την κατάληψή της. Ο Νούρκα Σέρβανης το είχε αντιληφθεί και στόχευε σε παράταση της πολιορκίας με άκαρπες διαπραγματεύσεις, μέχρι να έλθουν ενισχύσεις από το στρατόπεδο του Χουρσίτ :1.

Στις επόμενες μέρες (30 Μάίου-3 Ιουνίου) οι επιθέσεις των Ελλήνων έγιναν ορμητη<ότερες. Τα τούρκικα σπίτια διεμβολίζονται με λοστούς και αναμμένο ρετσίνι. Η άφιξη των Ξηρομεριτών υπό τους Γιώτη και Γιωργάκη Βαρνακιώτη ενίσχυσε τη θέση των Ελλήνων. Ο κλοιός της πολιορκίας όλο και στένευε. Οι πολιορκητές ήταν τώρα 4000. Ένα κανόνι, κατάλοιπο της βενετοκρατίας, που στήθηκε στο ύψωμα της Αγίας Τριάδας χτυπούσε ένα-ένα τα τουρκικά οχυρά. Όταν τα βόλια σώθηκαν το γέμιζαν με κομμάτια σιδήρου, μολύβι ακόμα και χαλίκια. Στις 30 Μάίου δεν υπήρχε ούτε ένα φυσίγγι..

Η διάσπαση της τουρκικής άμυνας ήταν η μόνη διέξοδος αυτή την κρίσιμη στιγμή. Η αποχώρηση του Νούρκα Σέρβανη με την ένοπλη αλβανική φρουρά του υπήρξε σωτήρια για την έκβαση της πολιορκίας. Η λαφυραγώγηση των αγάδων και Εβραίων της πόλης από τους Αλβανούς κατά την έξοδό τους αναχαιτίστηκε από τους Έλληνες που περιέσωσαν τα περισσότερα τιμαλφή12.
Οι ντόπιοι Τούρκοι βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση Οι Έλληνες κατόρθωσαν εν τω μεταξύ να εξοικονομήσουν πυρομοχικά από τον Άγγλο Χένδερσον που βρισκόταν στον Πατραϊκό κόλπο για να διαθέσει το φορτίο. Ενθουσιασμένος από τη συνομιλία του με τον αγγλομαθή Αλεξάκη Βλαχόπουλο πρόσφερε πρόθυμα για την πολιορκία το κανόνι που είχε στο πλοίο του για τους πειρατές. Αυτό στήθηκε στο κωδωνοστάσιο της Αγίας Τριάδας που βρισκόταν σε έξαρμα της πόλης κι έκανε θραύση στα οχυρά των Τούρκων. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι Βραχωρίτες για να μη ξεχαστεί η αποφασιστική συμβολή του στην έκβαση της πολιορκίας το διατήρησαν και μετεπανασταπκά13.

(Κατά την πολιορκία καταστράφηκε ο ναός, μετόχι τότε της Μονής Τατάρνας14. Μετά το πέρας της πολιορκίας ο ηγούμενος Κυπριανός περιμάζεψε το κανόνι και το έστησαν στο καμπαναριό του νέου ναού. Από εκεί στην Ανάσταση, τα Χριστούγεννα και στη γιορτή του ναού κανονιοβολούσαν θριαμβευτικά, παράδοση που διατηρήθηκε ως το 1940).

Οι Τούρκοι απομονωμένοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν την 10η και 11η Ιουνίου υπό όρους για την προστασία αυτών και των οικογενειών των. Οι Έλληνες στράφηκαν τότε στο γειτονικό οχυρό του Ζαπαντιού που είχε δύο μιναρέδες και 4 πύργους και γενναία φρουρά Τουρκαλβανών υπό τον εμπειροπόλεμο Ζουλφικάρ Αγά. Η άμυνα των Τούρκων ήταν σθεναρή. Είχαν οχυρώσει δυο τζαμιά και τέσσερεις πύργους δημιουργώντας γύρω τους βαθειές τάφρους. Οι Έλληνες μηχανεύτηκαν πολλά. Μετέφεραν δυο κανόνια από το Μεσολόγγι, κατασκεύασαν υψηλό πύργο για να διευκολύνονται οι επιθέσεις, έσκαψαν υπόνομο κι έβαλαν φωτιά για να κατεδαφίσουν το περιτείχισμα. Όλες όμως οι προσπάθειες των Ελλήνων αποκρούστηκαν πεισματικά. Το αποτέλεσμα της πολιορκίας θα ήταν αβέβαιο, αν ο Αλ. Βλαχόπουλος δεν κατόρθωνε να εξοντώσει τον Ζουλφικάρ Αγά. Έτσι παραδόθηκε και το Ζαπάνπ στις 26 Ιουλίου16.

Η λαϊκή μούσα αποθανάτισε τα επαναστατικά γεγονότα στο Βραχώρι και στο Ζαπάντι που συνετέλεσαν στον αφανισμό των Τούρκων. Το παρακάτω τραγούδι ήταν στα χείλη των Βραχωριτών ως τις αρχές του 20ου αιώνα:

 

Σ'όλο τον κόσμο ξαστεριά, σ'όλο τον κόσμο ήλιος

Και στο Ζαπαντοβράχωρο όλο καπνός κι αντάρα.

Καπεταναίοι τόκαψαν, καπεταναίοι το καίνε

Μια τουρκόπουλα φώναξε από γυαλένιο πύργο:

Πάψε Μακρή τον πόλεμο

Πάψε και το τουφέκι

Και μείς θα προσκυνήσουμε

Θα γίνουμε Ρωμαίοι17

Μια άλλη ενδιαφέρουσα αισθητικά παραλλαγή που απηχεί εύγλωττα τα συμβάντα διασώζει ο Π. Αραβαντινός18:

Σ' όλο τον κόσμο ξαστεριά σ' όλο τον κόσμο ήλιος

Και στο Βραχώρι το πικρό μαύρος καπνός κι αντάρα.

 Καπεταναίοι τόκαιγαν Τσόγκας και Αλεξάκης.

Μια Μπεγοπούλα φώναξεν από ψηλό σεράγι.

-Τι κάνετε μπρέ Χριστιανοί δεν είστε βαφτισμένοι;

Εμείς αντάμα ζήσαμε, τρανέψαμεν αντάμα

 Γιατί τώρα μας καίγετε, μας χύνετε το αίμα!

Τέτοια παράπονα πικρά ταις φλόγαις δεν ταις σβήνουν,

Τα γυναικόπαιδα έπεσαν σ' των ανταρτών τα χέρια.

 

Η πολιορκία και η άλωση του Βραχωριού είχε και βάρβαρη όψη, με βιαιότητες και βανδαλισμούς κατά Τούρκων και Εβραίων. Πρόκειται για καθαρά οχλοκρατικές εκδηλώσεις εκ μέρους του άμαχου πληθυσμού, αλλά και πολεμιστών που θυμίζουν σκηνές από την άλωση της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβριος 1821)18α Ωστόσο με την παρέμβαση του Γ. Βαρνακιώτη απεφεύχθησαν οι ακραίες λεηλασίες. Οι οπλαρχηγοί κράτησαν κατά το δυνατόν “μπέσα” τόσο για τον τουρκικό πληθυσμό όσο και για τους αξιωματούχους του19.

Μέρος του τουρκικού πληθυσμού έμεινε ελεύθερο στον κάμπο του Βραχωριού να καλλιεργεί τη γη. Αρκετοί από αυτούς ανταλλάχτηκαν με αιχμαλωτισθέντες Έλληνες ή αργότερα αναχώρησαν για την Αλβανία. Μερικοί βαπτίστηκαν χριστιανοί. Πολλές χανούμισες κατέφυγαν ως υπηρετικό προσωπικό σε ελληνικά σπίτια, στη γύρω περιοχή. Μερικές εκχριστιανίστηκαν. Οι μπέηδες, οι αγάδες, οι ιερωμένοι δόθηκαν για προστασία στους οπλαρχηγούς. Θα χρησίμευαν ως διαπραγματευτικό χαρτί στις αναμενόμενες οριστικές συμφωνίες.

Έτσι ο Γιανν. Στάικος οδήγησε στη Βελάωστα τις οικογένειες των αγάδων Χαλίμπεη, Βείζ εφέντη και άλλους τριακόσιους περίπου κατηύθυνε σώους ο Βαρνακιώτης στο Δραγαμέστο, ενώ μεγάλο μέρος Τούρκων πολεμιστών προώθησε προστατευτικά ο Δημ. Μακρής στα μέρη του Ζυγού88. Ωστόσο οι Ζυγιώτες δεν άφησαν απείραχτους τους Τούρκους. Ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος παρέλαβε τον Μουλλά (ιερωμένο) του Βραχωριού Αλάμπεη και τον Ταχήρ Παπούλια δερβέναγα των Κραββάρων και του Απόκουρου. Εκεί στο Βλαχοπουλέϊκο αξιομνημόνευτη είναι μέσα στους καπνούς της πολιορκίας μια ιστορία αγάπης: πτυχή της μικροϊστορίας της καθημερινής ζωής, δείγμα της ανθρώπινης ευαισθησίας. Αναπτύχτηκε ένα τρυφερό ειδύλλιο ανάμεσα στην ΑΙσέ, κόρη του Μουλά Αλάμπεη και το γενναίο και ακέραιο -όπως γνωρίζουμε από τη βιοτή του- Κων/νο Βλαχόπουλο, αδελφό του Αλεξάκη81, που δεν έσβησε στους καπνούς της Επανάστασης και καρποφόρησε μετεπαναστατικά. (Η Αϊσέ εν τω μεταξύ είχε βαπτιστεί χριστιανή κι ακολουθούσε τον Κων/νο στις πολιορκίες του Μεσολογγίου).

Η απελευθέρωση Βραχωριού και Ζαπαντιού (Ιούνιος-Ιούλιος 1821) δεν εξασφάλιζε μονιμότητα στις θέσεις των Ελλήνων. Το Βραχώρι μισοκατεστραμμένο μετά την πολιορκία έπαψε να αποτελεί οχυρό. Εξάλλου ήταν ευάλωτο ως κομβικό σημείο στη διάβαση των τουρκικών στρατευμάτων γεγονός που απέβαινε εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Έτσι τα επόμενα χρόνια (1822-1826) εφαρμόζοντας ύστερα από διαταγή της Γερουσίας την τακτική της κομμένης γης οι Βραχωρίτες καίγοντας ο ένας το σπίτι του άλλου κατέφευγαν στις πλαγιές της Κυρά Βγένας και στα Ακαρνανπτά ή κρύβονταν στα τενάγη και τους βάλτους της Λυσιμαχίας, ενώ πολλές οικογένειες κυρίως κλεφταρματολών ζητούσαν άσυλο στον Κάλαμο, την Ιθάκη ή τη Λευκάδα.

Η κατάληψη του Βραχωριού καταξίωσε τους γενναίους πολιορκητές του και δημιούργησε προϋποθέσεις να καταστεί το Βραχώρι -έστω για λίγο- ο πρώτος πυρήνας της πολιτικής ζωής του επαναστατημένου Έθνους στη Αυτ. Ρούμελη.

Οι προεστοί και οι οπλαρχηγοί της Δυτ. Στερεός με πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου συνέστησαν στο Βραχώρι (Οκτώβριο-Νοέμβριο 1821) τη Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος “που ανεκήρυξε στρατηγό του αγώνα στην περιοχή (22 Φεβρ. 1822) τον Γεωργάκη Νικολού - Βαρναιαώτη. Όργανο της Γερουσίας ήταν η χειρόγραφη εφημερίδα “Αχελώος” που εκδιδόταν στο Βραχώρι από τον αρχιγραμματέα της Γερουσίας Ν. Λουριώτη (έναρξη 24 Φεβρ. 1822). Η ανασφάλεια όμως που επικρατούσε στο Βραχώρι με την καταστροφή των οχυρών και τις μετακινήσεις μέσω αυτού μεγάλου όγκου τουρκικών στρατευμάτων επέβαλαν τη μετακίνηση της έδρας της Γερουσίας στο Μεσολόγγι23.

  

   Σημείωση: Το παρόν κείμενο πρωτοδημοοσιεύτηκε στο περιοδικό ¨Ρίζα", τεύχος 49  Ιουνίου 2003