Τα τρένα που φύγαν...

Ο Σιδηροδρομικός σταθμός των ΣΒΔΕ στο Αγρίνιο, όπως είναι σήμερα. Το παλαιό αυτό κτίριο χρησιμοποιείται σήμερα ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων από τον Δήμο Αγρινίου.


Το μέλλον αόρατο..

Οι Αγρινιώτες αγάπησαν και αγαπούν το τρένο. Έχουν δραστηριοποιηθεί για την επαναλειτουργία του.

Η Ευρωπαϊκή ένωση είχε δείξει ενδιαφέρον για την επαναλειτουργία και για την επέκτασή του.

Προς το παρόν δεν υπάρχει καμιά κίνηση για την  υλοποίηση των υποσχέσεων.

 

 

Μνήμες και αναδρομές:

Ταξιδεύοντας προπολεμικά...

Με τραίνο Βραχώρι - Αθήνα..

Αναμνήσεις του Δημήτρη Γιάκου

 

-I-

ΔΙΑΒΑΣΑ τώρα στερνά στις βραχωρίτικες εφημερίδες για το Σιδηροδρομικό Δίχτυ, που θα συνδέσει, λέει, Ηγουμενίτσα - Άρτα - Βραχώρι - Πάτρα - Αθήνα μέσω Κρυονερίου. Καθώς και για το τραίνο Αγρίνιου Μεσολογγίου - Κρυονερίου. Και ταξίδεψα στο προπολεμικό μας Βραχώρι, τότε που από τα πατρικά μας χώματα, στα παιδικά μας τα χρόνια, ταξιδεύαμε Αγρίνιο-Αθήνα με τον πολυθρύλητο Σιδηρόδρομο Βορειοδυτικής Ελλάδος, τον από τότε, - ένεκα λεωφορείων - φυτοζωούντα και τελικά καταργηθέντα! Και ευχήθηκα να... αναστηθεί το κατόρθωμα εκείνο του αειμνήστου Χαριλάου Τρικούπη, παίρνοντας και τ' όνομά του: ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Γιατί μη φανταστείτε πως το προπολεμικό ταξίδι από Βραχώρι σε Κρυονέρι - που ήταν οι ακραίοι σταθμοί του τρικουπικού σιδερόδρομου — δεν είχε κάποια χάρη, ένα ενδιαφέρον, μια γοητεία, πέρα από την ουσιαστική εξυπηρέτηση που παρείχε στο ρουμελιώτικο πληθυσμό, από άποψη εμπορική, κοινωνική, πολιτιστική κ.λπ. Και αν βάλετε με το νου σας και τη θαλασσινή διαπεραίωση από Κρυονέρι σε Πάτρα, μ' εκείνον εκεί τον αλήστου μνήμης σκυλοπνίχτη που είχε το αρχαιολογικότατο όνομα Καλυδώνα (φέρυ-μπόουτ δεν υπήρχανε τότε), ε, αυτό πια δε θα 'ναι ταξίδι, αλλά παράτολμη ρίψις εις το κενόν — ηρωισμός θαλασσινός, σφυγμομέτρηση καθαρή ατομικού θάρρους και αντοχής, να τα λέμε νέτα-σκέτα: παλικαριά!

-ΙΙ-

ΠΑΡΑ ΤΑΫΤΑ, ο τρικουπικός σιδερόδρομος χάριζε ένα ταξίδι χαριτωμένο και άκρως ενδιαφέρον, που μερικοί — καληώρα μου όπως κι εγώ — το νοσταλγούμε. Πρώτα-πρώτα υπήρχε στο προπολεμικό εκείνο σιδεροδρομικό ταξίδι μια — πώς να την πει κανένας: — μια τελετουργικότητα. Μια απο κείνες τις επισημότητες που πολύ τις αγαπούσαν οι παλιές, οι περασμένες — ανεπιστρεπτί, φευ!-εποχές...

Ο Σταθμός δεν ήταν στο κέντρο της πολιτείας. Έστεκε σαν παράμερα. Και τον καιρό εκείνο ήταν ολάκερη ιστορία η προετοιμασία του ταξιδιώτη. Το τραίνο θα έφευγε στις έξι το πρωί. Όμως, μες στα βαθιά χαράματα, μια ώρα πριν απ' τις έξι, η κοιμάμενη πολιτεία τρανταζόταν από τα σφυρίγματα της γερασμένης ατμομηχανής: έμοιαζαν σαν απίθανα λαλήματα πετεινών, που προμηνάνε τον ερχομό της αυγής, πηδώντας στις στέγες, δρασκελώντας τους έρημους, πρωινούς δρόμους και φτάνοντας ίσαμε πέρα, στα καπνοχώραφα. Ήταν το παρατεταμένο σφύριγμα, που ειδοποιούσε τον κόσμο, πως, όπου και να 'ταν, το τραίνο θα έφευγε και όσοι ήταν να ταξιδέψουν, ας ετοιμάζονταν.

Τότε, στο σύθαμπο της αυγής, η πολιτεία ξυπνούσε πια, οι δρόμοι της ανάδευαν σα σερπετά και ζωντάνευαν από την κίνηση των βιαστικών επιβατών. Και φωνές τρυπούσαν τη σιγαλιά της νύχτας που έφευγε. Και μεις, τα μικρά, αποχαιρετούσαμε βιαστικά τα παιδιάστικα όνειρά μας — κάτι φτωχά μα πολύχρωμα παιχνιδάκια σκορπισμένα σα δέντρα στο δάσος — ξυπνούσαμε πάνω στο κρεβατάκι μας και προσμέναμε με τα πρόσχαρα μάτια κλειστά, στο σκοτάδι της κάμαρας...

Τι περιμέναμε: Μα τι άλλο: Να ξεκινήσει το τραίνο, ξημερώνοντας πια, και να πάρει μαζί του την οργιάζουσα φαντασία μας, να την ταξιδέψει εκεί πέρα στους μακρινούς, άγνωστους τόπους, στις άγνωστες, πολυσύχναστες πολιτείες με τα ψηλά ίσαμε τα ουρανία σπίτια τους- και μακρύτερα: στις απλωμένες τις θάλασσες, που — χερσαίοι εμείς — καλά, καλά δεν τις ξέραμε μήτε πώς είναι.

-ΙΙΙ-

ΑΛΗΘΕΙΑ, πώς να 'ταν; Έμοιαζαν τάχα με τη λίμνη μας, που άπλωνε παρακάτω τα ήσυχα, τ' ασημένια νερά της;

Α. οχ:. Λέγαμε μόνοι μας. Εκεί πέρα στις θάλασσες, θα είχε φουρτούνα, τα νερά δε θα τανε ασημένια. Θα ήταν γαλάζια, πηχτά, μήτε γλυκά και ήσυχα. Και δε θα 'ταν εκεί βαρκούλες μονάχα, μήτε μονόξυλα. Θα 'ταν καράβια μεγάλα, θεόρατα, σα βουνά...

Το τραίνο ξεκινούσε στο τέλος. Το χαιρετιστήριο σφύριγμά του ακουγότανε καθαρά, πέρα' απ' τα βραχωρίτικα τα λιοστάσια. Ξέσκιζε τους θολούς κάμπους, αγκομαχούσε. Και η φαντασία μας κάλπαζε μαζί του. Τώρα μπορεί να έχει φτάσει στο Δοκίμι. Τι λες; Μπορεί να περνάει και τ' Αγγελόκασιρο... Είναι μια ώρα που βρισκόμασταν στο σκολειό και η βέργα του δάσκαλου, πού να τα καταφέρει να μας διώξει από το δρομολόγιο του τραίνου! Τώρα θα 'πιασε Μεσολόγγι, σκεφτόμασταν κοιτάζοντας τον κρεμασμένο στο σχολικό τοίχο χάρτη. Σε λίγο θα έχει φτάσει στο Κρυονέρι. Και αποκεί, στην κατάντικρυ όχθη, στον κατακαημένο μας το Μόριά, καλπάζοντας, - όχι πια ο Σ.Β.Δ.Ε., μα ο Σ.Π.Α.Π., — θα τρέχει προς το ιοστεφές άστυ.

Μικροί τότε ακόμα, δεν μπορούσαμε να ιδούμε, ούτε, φυσικά, να σκεφτούμε, τη διαφορά του μοραΐτικου χώρου από τον ρουμελιώτικο. Αυτά θα τα βλέπαμε, θα τα σκεφτόμασταν και θα τα γράφαμε αργότερα, σα μεγαλώναμε: κατάσπαρτοι, ολοπράσινοι και φρεσκότατοι κάμποι, μια χαρμόσυνη ευλογία Θεού στο Μόριά. Και από δώθε ξεραΐλα πνιχτική, αυχμηρό βάθος, φαλακρά βουνά αντικρύ μας...

Για την ώρα ταξιδεύουμε προς την Αθήνα. Και ευχόμαστε να ταξιδέψουμε — τόσο πια ηλικιωμένοι! — στην Αθήνα με το υπό μελέτην Σιδηροδρομικό Δίχτυ ή με το τραίνο Χαρίλαος Τρικούπης Αγρίνιο - Μεσολόγγι. - Κρυονέρι. Και όχι πλέον νοερά...

Γράφω υπο μελέτην , Μα πολύ θα ήθελα να γράψω  υπό κατασκευήν. Εύχομαι να το γράψω κι αυτό σύντομα...

Πως είδε ο τοπικός τύπος την λειτουργία του σιδηροδρόμου στο Αγρίνιο για πρώτη φορά .
(Από την τοπική εφημερίδα Ο Πολίτης 23 Απριλίου 1890).

 
 

(Το απόσπασμα της εφημερίδος δημοσιευμένο στο http://sbde.freehostia.com/)

Ο σταθμός του τρένου στο Αγρίνιο (έτος 1890)

ΜΝΗΜΕΣ:

 

 

 

Νέα Εποχή 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές