Μνήμες και αναδρομές: 

Μεγάλη Παρασκευή και Πάσχα στο Αγρίνιο

Της Ρέας Μητρονίκα

Ήταν βράδυ Μεγάλης Πέμπτης του 1955. Είχαμε γυρίσει από την ακολουθία της Σταύρωσης στον Άγιο Δημήτριο και είχαμε ξαπλώσει. Από το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου μου έμπαινε το άρωμα των παρθενικών κρίνων που ήταν φυτεμένοι στην κάτασπρη πεζούλα της αυλής. Οι δυο μεγάλες αχλαδιές του κήπου μας είχαν φορέσει τα νυφικά τους ενώ μέσα από τα αχνορόδινα πέταλα των μπουκέτων τους έπαιζε το φεγγάρι ένα νεραϊδένιο κρυφτό. Ένα απαλό αεράκι φυσούσε και από την καμπάνα του Άι Δημήτρη ακούγονταν οι πένθιμοι χτύποι μέχρι τις 1 2 η ώρα. Νόμιζα ότι βρισκόμουνα σε έναν κόσμο ονειρεμένο και κοιμήθηκα σκεπτόμενη την επόμενη μέρα. Όταν ξύπνησα την Μεγάλη Παρασκευή απ' τους χτύπους της καμπάνας έξω η γειτονιά ήταν πλημμυρισμένη από ήχους που έμοιαζαν με χορωδία. Η ανυπομονησία μου να ντυθώ ήταν αφάνταστη γιατί πρέπει να πω ότι εκείνα τα χρόνια για μας τα παιδιά, η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η μεγαλύτερη μέρα του Πάσχα, ίσως μεγαλύτερη και από την Ανάσταση. Φόρεσα τη λευκή φούστα με τις πεταλούδες που μου είχε κεντήσει η αδερφή μου η Φρόσω, την άσπρη μπλούζα που μου είχε πλέξει με περισσή τέχνη, τα λουστρινένια παπούτσια με τις ολόλευκες κάλτσες, ενώ την χρυσή αλογοουρά μου την στόλιζε ένας ολόλευκος κολλαρισμένος φιόγκος. Ήμουν έτοιμη να ξεκινήσω κρατώντας στο χέρι μου το απαραίτητο άσπρο μαντηλάκι μου, ενώ στην αυλόπορτα του σπιτιού στέκονταν η Φρόσω μας καμαρώνοντας για τη μικρή αδερφή της που εδώ και τρία χρόνια την είχε κάνει κόρη της. Πατώντας από πέτρα σε πέτρα για να μη λερώσω τα παπούτσια μου στο χωματόδρομο, τον ελαφρά υγραμένο από την πρωινή δροσιά, διέσχιζα τη γειτονιά μου που τα σπίτια της συναγωνίζονταν στη λευκότητά τους, ενώ οι πασχαλιές των κήπων έστελναν το άρωμά τους θυμίαμα στον Σταυρωμένο Χριστό. Έφτασα στην ολάνοιχτη καγκελόπορτα του Άι Δημήτρη. Η εκκλησία του σήμερα δεν μοιάζει σε τίποτε με την εκκλησία του τότε, που ήταν μια Βασιλική Βυζαντινή σαν ολόλευκη περιστέρα μέσα σε μια αυλή σκεπασμένη από ένα τεράστιο πλατάνι που το δρόσιζε το πηγάδι με το μάγγανο που ήταν δίπλα του. Όταν τώρα ακούω τις διαφημίσεις για το απόλυτο λευκό των απορρυπαντικών, δεν ξέρω γιατί, αυτομάτως μου έρχεται στο νου το λευκό αυτού του πηγαδιού. Στον κήπο της αυλής τα χιόνια μπλέκονταν με τα κρίνα και πάντα είχα την εντύπωση ότι στο κεφάλι του Χριστού θα έπρεπε να τοποθετείται αυτό το αυτοσχέδιο στεφάνι και όχι αυτό που φτιάχνανε οι στολίστρες του Επιταφίου. Όταν πήγα εγώ, ο ξύλινος σκελετός του Επιταφίου ήταν τοποθετημένος κάτω από το πλατάνι, ενώ 6 κανίστρες γεμάτες βιολέτες και χιόνια διπλά και τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα περίμεναν τις Κυλπασέισες, τέσσερις αδερφές κεντίστρες, όμορφες, κομψές και αεράτες με τη βεβαιότητα της ικανότητάς τους. Γύρω γύρω ένας παιδόκοσμος ντυμένος με τα καλύτερά του, τιτίβιζε και περίμενε εντολές. Ερχόντουσαν οι κοπέλες και τότε άρχιζε το στόλισμα του Επιταφίου. Οι βιολέτες έβγαιναν από τα κλωνάρια τους και περνιόνταν μία μία σε κλωστές με βελόνι σχηματίζοντας ατέλειωτες γιρλάντες μωβ και λευκές που θα χρησιμοποιούνταν σαν βάση. Μετά ακολουθούσε το αριστούργημα του στολισμού από τις κεντίστρες που πραγματικά θα ζήλευε και ο καλύτερος ζωγράφος. Το πήγαιν-έλα του επίτροπου κυρ-Τάκη και οι συνεχείς παρατηρήσεις του είναι σαν να ηχούν ακόμη στ' αυτιά μου, ενώ η Μαίρη με τα πράσινα μάτια και τα μακριά καστανά μαλλιά της νομίζω ότι ακόμη με κοιτάει με εκείνο το γλυκύτατο πανέμορφο χαμόγελό της ζυγίζοντας με το εξεταστικό της Βλέμμα άραγε ποιο να είναι το πιο όμορφο ντύσιμο· το δικό μου ή το δικό της μπλε βελούδινο φουστάνι με το λευκό γιακά που η κυρία Ευδοξία η μαμά της είχε φτιάξει ειδικά για τη μεγάλη μέρα. Γύρω στις δώδεκα ο Επιτάφιος είναι έτοιμος, μεταφέρεται στο εσωτερικό της εκκλησίας, γίνεται η Αποκαθήλωση. Η καμπάνα αρχίζει το συνεχές πένθιμο χτύπημα ντιν-νταν ντιν-νταν, τα χε- λιδόνια αρχίζουν το τρελό τους πήγαιν-έλα από φωλιά σε φωλιά, ενώ το μαρμάρινο περιστέρι που είναι τοποθετημένο πάνω στον άμβωνα της εκκλησίας Βεβαιώνει ότι η θυσία του Χριστού οδηγεί με βεβαιότητα στην ειρήνη και αγάπη των ανθρώπων.

Την εκκλησία την αφήνουμε γύρω στο μεσημέρι, κάνοντας με τις φίλες μου το δρομολόγιο που θα ακολουθήσουμε το απόγευμα γιατί πρέπει να επισκεφθούμε και τις δέκα εκκλησίες του Αγρίνιου για να καμαρώσουμε και να περάσουμε σταυρωτά από κάτω και από τους δέκα Επιταφίους των εκκλησιών. Το απόγευμα λοιπόν μετά τις άλλες εκκλησίες επιστρέφουμε στον Άγιο Δημήτριο για την ακολουθία του Επιταφίου. Όλη η ενορία παρούσα. Οι ξενιτεμένοι αγκαλιάζονται με τους ντόπιους και η πένθιμη ατμόσφαιρα μετά- τρέπεται σε χαρά ανταμώματος και γιορτής. Στις εννιά, έγκριτοι ενορίτες σηκώνουν τον Επιτάφιο στους ώμους και υπό τους ήχους της καμπάνας όλος ο κόσμος κατευθύνεται στην πλατεία με τα κεριά αναμμένα όπου 8α γίνει το αντάμωμα των Επιταφίων. Μετά ακολουθεί ο χαλκουνοπόλεμος, ένα έθιμο επικίνδυνο μεν, θεαματικό δε που εξακολουθεί μέχρι και σήμερα. Μετά από ετοιμασία δύο μηνών, τα παλικάρια του Αγρίνιου το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής βγαίνουν στη μέση της πλατείας και ανάβουν τα χαλκούνια· πολύχρωμες ομπρέλες τεράστιες στριφογυρίζουν με δύναμη τους χαλκουνάδες που αυτό το βράδυ είναι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές. Η Ανάσταση στο Αγρίνιο είναι ένας γεγονός που αν δεν το ζήσει κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει. Γιατί να πρωτομιλήσει; Για τα συγκλονιστικά χτυπήματα της καμπάνας που είναι σαν να υποδηλώνουν ότι κάθε χρόνο αυτή τη βραδιά μιά επανάσταση συντελείται είναι η επανάσταση ενάντια στο κατεστημένο, σε κάθε τι παλιό, βρώμικο, σαπισμένο· είναι η αναγέννηση των πάντων, ιδεών, απόψεων, σκέψεων είναι η ώρα που ο Θεός υπόσχεται στους ανθρώπους ένα καλύτερο ξημέρωμα. Γι' αυτό όλοι φοράνε τα καλά τους για να υποδεχτούν το καινούργιο, το ανόθευτο, το φανταστικό.

Οι Τσιγγάνες της περιοχής αυτό το βράδυ φορούν τα λευκά και ροζ δαντελένια τους φουστάνια, Βάζουν κόκκινα τριαντάφυλλα στους αλαβάστρινους λαιμούς τους, αλείβουν τα εβένινα μαλλιά τους με λάδια μοσχομυριστά κι έτσι πανέμορφες έρχονται με το αναστάσιμο κερί τους να κερδίσουν το μερτικό τους στη χαρά και στην αυγή της καινούργιας ζωής.

Τα βαρελότα κάνουν τη γη να τρίζει, ενώ ανάμεσα στα αγκαλιάσματα και στα φιλιά της αγάπης αναζητάς νοερά τους απόντες που πάντα δεσπόζουν οι μορφές τους στις ειδικές αυτές στιγμές. Έτσι είναι χαραγμένο το Πάσχα του Αγρίνιου Βαθιά μες την καρδιά μου και όταν δεν μπορώ να είμαι εκεί, προσπαθώ νοερά να το φέρνω κοντά μου από δική μου και μόνο ανάγκη.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ¨Ρίζα Αγρινιωτών" τεύχος 76