Ο Κ. Χατζόπουλος


ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

 Νομίζουμε ότι αξίζει, τώρα πια που πέρασαν αρκετά χρόνια από την έκδοση της "Διαλεκτικής", να υπάρξει κάποια λεπτομερής περιγραφή του βίου του περιοδικού και αξιολόγηση της ποιότητας και προσφοράς του.  Ο Φώτης Στεργίου, ο Χρήστος Τζούλης και ο Δημοσθένης Γεωργοβασίλης είναι τα κατάλληλα πρόσωπα να συμβάλλουν στο σκοπό αυτό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το οφείλουν στον εαυτό τους και στον τόπο.   

Διαβάστε εδώ: Δημοσθένη Γεωργοβασίλη:  Η ιστορία του περιοδικού "Διαλεκτική".

Σημείωση.

Για την πρώτη περίοδο της εκδόσεως της "Διαλεκτικής" βλέπε εδώ:Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Χρήστος Τζούλης και το περιοδικό Διαλεκτική στο Αγρίνιο (πρώτη περίοδος)

Σημαντικό περιοδικό των τελευταίων ετών είναι το "ΙΒΥΚΟΣ" ("τρίμηνη επιθεώρηση για τον ποιητικό λόγο") των Γιώργου και Γιάννη Καραμητσόπουλου, που διέγραψε μέχρι τώρα μακρόχρονη και σημαντική πορεία και έχει φιλοξενήσει στις σελίδες του αξιόλογες συνεργασίες όλων σχεδόν όσοι ασχολούνται με την ποίηση στον τόπο μας.

 

 

 
 

ΑΝΘΟΥΛΑΣ Σ. ΣΕΦΕΡΙΑΔΟΥ

 Ένα πρωτοπόρο φιλολογικό περιοδικό:

Η ΤΕΧΝΗ του Κ. Χατζόπουλου

 Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, μια από τις πιο ευγενικές φυσιογνωμίες της νεοελληννικής λογοτεχνίας. Είναι πολύπλευρη προσωπικότητα. Άνθρωπος Βαθιά προβληματισμένος — συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρους του δημοτικισμοί και του σοσιαλισμού — επιχειρεί μια αναγεννητική προσπάθεια στους πνευματικούς και κοινωνικοπολιτικούς τομείς της ελληνικής ζωής. Με στόχο το σταμάτημα της άγονης πατριδολατρίας, ύστερα από τον άτυχο πόλεμο του 1897. Στην προσπάθεια του αυτή λογαριάζεται η γενναία απόφασή του να εκδώσει το φιλολογικό περιοδικό Η Τέχνη.

Μια χρονιά ύστερα από τον πόλεμο αυτό, ένα περιοδικό, που, καθώς εύστοχα παρατήρησε ο Ξενόπουλος: έβγαινε, δεν εξεδίδετο. Έβγαινε με μύριες δυσκολίες, συνάντησε αναρίθμητα προβλήματα, πολεμήθηκε, συκοφαντήθηκε και τέλος ύστερα από μιας χρονιάς κυκλοφορία (Νοέμβρης 1898 - Οκτώβρης 1899) σταμάτησε, (θυμάται χαρακτηριστικά ο Π. Νιρβάνας: Μια μέρα τον 1897 μας είπε ξαφνικά ο Κ. Χατζόπουλος: — Απεφάσισα να βγάλω ένα περιοδικό, που να μη μοιάζει με κανένα από όσα βγήκαν ως τώρα. Και πράγματι, όταν βγήκε η Τέχνη, ήταν το περιοδικό που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο.

Χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Χουρμούζιος  ότι ένα περιοδικό μπορεί να είναι στη ζωή ενός έθνους η έκφραση της πνευματικότητας του τόπον, μπορεί να είναι ένα θαρραλέο πρόδρομος ... ιδανικών, που λανθάνουν στη ζωή του έθνους, μπορεί ακόμα να είναι μια ολόκληρη ιστορία, γιατί υπήρξε σταθμός και εύτολμη αφετηρία. Αληθινά χυτό υπήρξε η Τέχνη του Χατζόπουλου. Αποτελεί μια σοβαρή προσπάθεια για πνευματική αφύπνιση, γιατί ήρθε να καλύψει μια σημαντική έλλειψη στο χώρο των γραμμάτων μας. Βέβαια κάποιες προσπάθειες στον περιοδικό τύπο για επικράτηση της δημοτικής γλώσσας και για προοδευτική κίνηση στη νεοελληνική λογοτεχνία είναι γνωστό ότι προηγήθηκαν. Ήταν οι προσπάθειες του Δροσίνη με την Εστία και ακόμα πιο παλιά των Τριανταφύλλου και Γαβριηλίδη με το Ραμπαλά και του Βλάση Γαβριηλίδη με το Μη χάνεσαι.

Στην αγγελία για την έκδοση της Τέχνης βρίσκουμε με αλφαβητική σειρά τους συντάκτες-συνεργάτες του .περιοδικού. Είναι οι: Πέτρος Βασιλικός (φιλολογικό ψευδώνυμο του Κ. Χατζόπουλου), Γ. Γρυπάρης. Ιούλιος Έσλιν, Ν. Επισκοπόπουλος, Κ. Θεοτόκης, Γ. Καλοσγούρος, Γ. Καμπύσης. Α. Καρκαβίτσας, Ν. Κονεμένος, Μ. Μαλακάσης, Κ. Μάνος, Γ. Μαρκοράς, Μποέμ (Δημήτριος Χατζόπουλος. αδερφός του Κων/τίνου και συνιδρυτής με τον Καμπύση του περιοδικού Διόνυσος), Π. Νιρβάνας, Γρ. Ξενόπουλος, Κ. Παλαμάς, Κ. Πασαγιάννης, Λ. Πορφύρας κ.ά. Από αυτούς οι πιο πολλοί νέοι στα χρόνια — ο Κ. Χατζόπουλος είναι 30 χρόνων ακριβώς — προγραμμάτισαν να καλύψουν τις σελίδες του περιοδικού με ό,τι εκλεκτό δημιουργούσαν. Πίστεψαν στην επιτυχία του υψηλού τους στόχου και ξεκίνησαν, γεμάτοι ενθουσιασμό, με εκδότη-συντονιστή τον Κ. Χατζόπουλο.

2. Το περιοδικό κυκλοφόρησε με τον τίτλο Η ΤΕΧΝΗ, και κάτω από τον κεφαλαιογράμματα αυτό τίτλο ακολουθούσε το μότο από το Σολωμό: Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές. Στην πρώτη σελίδα το όνομα του εκδότη: Κ. Χατζόπουλος. Ως πρώτο κείμενο η διεύθυνση δημοσίευε το μανιφέστο της, υπογραμμίζοντας την έλλειψη ενός οργάνου όπου η ρωμέικη ψυχή θα μπορεί να εκφραστεί με την αληθινή της γλώσσα, τη γλώσσα του λαού. Ακόμη συνεχίζει έχει το θάρρος και να το πει — πως δε θα κοιτάξει να δώσει στο έθνος ό,τι τυχόν του αρέσει μα εκείνο που πρέπει να του αρέσει- και πρέπει να του αρέσει, γιατί απ’ την ψυχή του βγαίνει ... Τέλος από τη νέα ζωήπηγάζοντας, στη νέα ζωή του έθνους έχει γυρισμένο το βλέμμα, στις νέες ψυχές έχει τις ελπίδες της να βρει αντίλαλο, και θρίαμβός της θα λογιέται, αν μπορέσει να ρίξει το σπόρο της μεγάλης ζωής που ονειρεύονται για το μέλλον όσοι βγαίνουν μαζί της στον αγώνα με την πεποίθηση αυτή και μ ’ αυτόν τον σκοπό.

Οραματισμοί και στόχοι αναμφίβολα υψηλοί. Το περιοδικό επιχειρεί να καθιερώσει την ανεξαρτησία στην τέχνη και στην ιδέα της Τέχνης, μέσα στα πλαίσια που επιτρέπει το νόημα και η φύση της ίδιας της Τέχνης. Εκείνο όμως που ιδιαίτερα υπογραμμίζει ο εκδότης του με πολλή παρρησία, είναι ότι θα δώσει στο έθνος όχι αυτό που του αρέσει αλλά αυτό που πρέπει ναν του αρέσει. Και αιτιολογεί τη δέσμευση αυτή γιατί αυτό πηγάζει μέσα από ;την ψυχή του έθνους. Αυτή ακριβώς η επιλογή είναι που μετράει για το διευθυντή του περιοδικού, αφού αυτός είναι ο ρυθμιστής, αυτός εγκρίνει και επιλέγει την ύλη.

3. Εκείνο που πρώτα πρώτα διακήρυξε ο ιδρυτής του περιοδικού είναι η διαπίστωση ότι η ρωμέικη ψυχή πασκίζει και την αληθινή της γλώσσα να πλάσει
σύμφωνα με τη φύση της ιδέας. Έτσι πρώτος και βασικός του στόχος είναι ο αγώνας για την επικράτηση της γλώσσας του λαού. Παράλληλα όμως αγωνίζεται και για το φωτισμό του έθνους, για την ανύψωση του πνευματικού επιπέδου του και το συγχρονισμό του προς τα ιδεολογικά και φιλολογικά ρεύματα της Ευρώπης.

Επιθυμεί ακόμη να κερδίσει τις νέες ψυχές νέες όχι μόνο στα χρόνια, αλλά νέες ως προς τη συνείδηση. Και πράγματι οι νέοι αυτοί δέχτηκαν με ενθουσιασμό το μήνυμα και τόλμησαν να ορθώσουν το ανάστημά τους, να εναντιωθούν στην παράδοση της κούφιας καθαρολογίας. Η προσπάθεια αυτή σίγουρα απέδωσε πολύ αργότερα τους πλούσιους καρπούς της, που δε μετριούνται βέβαια με τη σύντομη ζωή του περιοδικού. Η Τέχνη είναι το πρώτο περιοδικό στα ελληνικά γράμματα που με πίστη και συνέπεια, χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις, τόλμησε να υψώσει σημαία της τη νέα γλώσσα. Ο Χουρμούζιος που επισημαίνει ότι ο αγώνας για τη γλώσσα δεν προσφέρει καμιά επιστημονική συμβολή στο γλωσσικό αγώνα και ότι πολλές φορές δεν ξεπερνά τα σύνορα των νεανικών ενθουσιασμών, παραδέχεται ωστόσο ότι η συμβολή της Τέχνης είναι τεράστια, γιατί — αν εξαιρεθούν ο Επισκοπόπουλος και κάπως ο Ξενόπουλος και ο Παλαμάς, που, αν και είναι μια από τις κυρίαρχες μορφές του περιοδικού δεν είναι ακόμα θερμός υπαστηρικτής της δημοτικής — όλοι οι άλλοι χρησιμοποιούν με επιμονή το νέο γλωσσικό όργανο.

Ο άλλος στόχος της Τέχνης, όπως αναφέρθηκε, είναι η πληροφόρηση των Ελλήνων για ό,τι συμβαίνει στις προοδευμένες χώρες της Ευρώπης, όπου ο πνευματικός πολιτισμός προχωρεί σε νέες κατακτήσεις με εκπληκτικό ρυθμό. Πιστεύουν οι συνεργάτες της ότι οι κατακτήσεις αυτές δεν πρέπει να φτάσουν στην Ελλάδα, όταν πια θα έχουν ξεπεραστεί στην Ευρώπη και καινούριες αναζητήσεις θα τις παραμερίσουν. Γι  αυτό επιχειρούν ανοίγματα προς τις ξένες δημιουργίες σ’ όλους τους χώρους του πνεύματος και γίνονται εισηγητές ξένων ρευμάτων και τεχνοτροπιών, ιδιαίτερα του συμβολισμού. Είναι γνωστό ότι απόηχοι του συμβολισμού και παλιότερα έφτασαν στην Ελλάδα [Ζαν Μορεάς με το Μανιφέστο του συμβολισμού στο Φιγκαρό (1886)] η Τέχνη όμως παρουσιάζει το συμβολισμό πιο συστηματικά και πιο επίμονα8.

4. Κοινή διαπίστωση όλων όσοι θα ξεφυλλίσουν τα τεύχη της Τέχνης είναι ότι οι συνεργάτες της επιχείρησαν να φτάσουν στους στόχους τους με κριτική μελέτη και μεταφράσεις, αλλά και με το πρωτότυπο έργο τους. Έτσι ο Γ. Καμπύσης με άρθρα του παρουσιάζει το Γεράρδο Χάουπταμ και τον Στέφαν Γκεόργκε, με μεταφράσεις του τους: Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν στους Δυο κόσμους και τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ στο νατουραλιστικό δράμα Δεσποινίδα Τζούλια που τη δημοσίευσε σε πολλές συνέχειες.

Ο Επισκοπόπουλος, θαυμαστής του γαλλικού πνεύματος, επιχειρεί με άρθρο του να αναλύσει τη φιλοσοφία και την τέχνη του Ανατόλ Φράνς. Ο Π. Νιρβάνας και ο Κάρολος Ντήτριχ αναλύουν τη φιλοσοφία του Έμερσον. Ο Νιρβάνας ακόμη με τη μετάφραση του έργου του Νίτσε Τάδε έφη Ζαρατούστρας φέρνει σε επαφή τους αναγνώστες της Τέχνης με το πνεύμα του γερμανού φιλοσόφου, που ασκούσε μεγάλη γοητεία στους νέους ανθρώπους του περιοδικού, όπως άλλωστε και σ’ όλους τους διανοουμένους της Ευρώπης.

Η Τέχνη, πολύ φυσικά, δεν αγνόησε και την ελληνική λογοτεχνική δημιουργία. Παράλληλα με την παρουσίαση έργων μεγάλων ευρωπαίων δημιουργών επιχειρεί από τις στήλες της να καθιερωθούν πνευματικές προσωπικότητες, που αργότερα έγιναν ιδιαίτερα σεβαστές. Έτσι ποιήματα των: Π. Νιρβάνα, Παλαμά, Μαβίλη, Μαλακάση, Γρυπάρη, Πορφύρα, Πασαγιάννη, διηγήματα, χρονογραφήματα των: Κ. Θεοτόκη, Ξενόπουλου, Καρκαβίτσα, Εφταλιώτη, Παπαδιαμάντη κ.α. φιλοξενούνται στις σελίδες της. Ακόμη με κριτικά άρθρα ο Κ. Παλαμάς παρουσιάζει τον Αλ. Παπαδιαμάντη, τον Ιούλιο Τυπάλδο και τον Α. Καρκαβίτσα. θα κάνει λόγο για τα Συντρίματα του Μαλακάση, Τους αντίλογους του Πασαγιάννη, Το δαχτυλίδι της μάνας του Καμπύση και τα Διηγήματα του δειλινού του Επισκοπόπουλου. Ο εκδότης της Τέχνης θα επαινέσει από τις στήλες του περιοδικού του Τα σονέτα του Μαρεζώνη, Τον Τάφο του Παλαμά και την ποίηση του Γρυπάρη. Έτσι η συσσώρευση εκλεκτής ύλης στα τεύχη της Τέχνης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

5. Το περιοδικό Τέχνη που ήρθε να ταράξει τα στεκούμενα νερά του τότε περιοδικού τύπου, είναι πολύ φυσικό ότι δέχτηκε την επιδοκιμασία αλλά και την
αποστροφή των συγκαιρινών του. Και ενώ οι άνθρωποι της Τέχνης φαίνεται ότι υπερεκτιμούν την προσφορά τους — ο Κ. Παλαμάς γράφει βιβλιοκρίνοντας τις μελέτες του Νιρβάνα Η φιλοσοφία του Νίτσε, ότι ο προορισμός της Τέχνης δεν είναι να διασκεδάζει το λεγόμενο κοινό με τα κατακάθια των λογίων της ντουζίνας και των εραστών της ρουτίνας, αλλά να μυρίζεται και να δρέπει τ άνθη των ιδεών και να περισυνάγει στην κυψέλη της όπως κι όσο μπορεί, καλλιτεχνικό μέλι, - μια μερίδα του καθημερινού και του περιοδικού τύπου, που υποστήριζε τη γλωσσική συντήρηση, με πολύ χλευασμό βάφτισε το περιοδικό από Τέχνη σε Μαστοροσύνη, όπως αναφέρει ο εκδότης της12. Ο Γ. Βαλέτας13 αναφέρει ότι η έκδοση του περιοδικού αναστάτωσε το πανελλήνιο.

Φυσικά δεν έλειψε και ο έπαινος. Πρώτος τη χαιρέτισε με πολύ ενθουσιασμό ο αρχηγός του δημοτικισμού, ο Γ. Ψυχάρης, που δεν έπαυε να παρακολουθεί με άγρυπνο ενδιαφέρον κάθε γενναία προσπάθεια στον ελληνικό χώρο γύρω από τους αγώνες της γλώσσας. Αμέσως σπεύδει να συγχαρεί το διευθυντή του περιοδικού και παράλληλα να τον ενθαρρύνει στο δύσκολο έργο του. Στο τρίτο κιόλας τεύχος του περιοδικού δημοσιεύεται γράμμα του Ψυχάρη που γράφει: Κάθε μήνα μου έρχεται η Τέχνη σου και κάθε μήνα λέω με το νου μου. Γρήγορα. Γρήγορα τώρα πια! Δε φτάνει να τη διαβάζουμε. Πρέπει με το δίχως άλλο και κάτι να γράψουμε, να μη θαρρούν οι φίλοι πως τους αλ.ησμονούμε να τους πούμε πως έκαμαν πολύ καλά να βγάλουν τέτοιο περιοδικό και πως θα ζήσει.... Στο μακρύ αυτό γράμμα ο Ψυχάρης δεν παραλείπει να εκθέσει το γλωσσικό του ((πιστεύω, μια και ο Χατζόπουλος δεν ακολουθούσε απόλυτα τις απόψεις του Ψυχάρη στο θέμα της γλώσσας.

Στο ίδιο τεύχος καταχωρίζεται το γράμμα και άλλου θαυμαστή, του Αρ. Εφταλ.ιώτη, που γράφει: Λυπούμαι πολύ που παράπεσε το γράμμα που έστειλα, είναι μήνας τώρα, να σας χαιρετίσω από τα μακριά και να σας συγχαρώ για την Τέχνη που την αδικείτε και την ονομάζετε Τέχνη και όχι Ζωή ... Και συνεχίζει ο Εφταλιώτης με την εύστοχη παρατήρηση ότι ο ορίζοντας του περιοδικού είναι περιορισμένος και γι’ αυτό συσταίνει με πολλή λεπτότητα το πλάτεμα των ενδιαφερόντων. Συγκεκριμένα παρατηρεί: Να βρεθούν όμως και μερικοί που να μας ιστορούνε και του πεζότερου κόσμου τις χάρες. Έχει και τακαλά της, έχει και την ποίηση της κι η ιστορία, κι η βιογραφία, κι η αστρολογία, κι όλα αυτά τα θετικά αντικείμενα. Στον τόπο μας μάλιστα είναι και πολύ χρειαζούμενα, καθώς ξέρουμε, και πάντα το λέμε

Στα τελευταία τεύχη του περιοδικού αρχίζει να διαφαίνεται κάποια κόπωση. Η συνέχιση της έκδοσης του γίνεται προβληματική για τον εκδότη, που αποφασίζει με πολύ πόνο να σταματήσει την κυκλοφορία του. Έτσι θ' αναγκαστεί να γράψει τις μελαγχολικές ταυ σκέψεις στην τελευταία σελίδα, υπογράφοντας τη λήξη της αποστολής του. Η Τέχνη στην πρώτη της σελίδα μας έδωσε τους οραματισμούς του εκδότη της και στην τελευταία την πίκρα της αποτυχίας. Είναι το τελευταίο κείμενο ανώνυμο κι αυτό όπως και το πρώτο: Με το κλείσιμο του φύλλου τούτου τελειώνει η υποχρέωση, που ανέλαβε η διεύθυνση της Τέχνης να παραδώσει στους συνδρομητές της τα δώδεκα φυλλάδια ... Με πολλή λύπη κοιτάζοντας το χρόνο που τόσο γρήγορα πέρασε, ομολογεί πως παραδίνει τον τόμο αυτό στην ιστορία της φιλολογίας, με αρκετή διάψευση των ελπίδων της ... όμως, αν η νίκη δε στεφανώνει κάθε αγώνα, η αντίσταση κι ο πόλεμος ενάντιο σε αμαρτωλό καθεστώς είναι καθήκον, που για την Τέχνη είναι και Ζωή. Και τη ζωή της να δυναμώσει θέλοντας δε θα υποχωρήσει η Τέχνη)) από τον αγώνα ....

7. Όσοι από τους κριτικούς ασχολήθηκαν με το έργο του Κ. Χατζόπουλου είναι φυσικό να μην παραλείπουν και αυτή την τόσο σημαντική προσπάθεια του μεγάλου ονειροπλέχτη16, γιατί η Τέχνη αποτελεί ένα αξιόλογο τομέα της πνευματικής του προσφοράς.

Ο Άλκης Θρύλος1, διαπιστώνει ότι ο Χατζόπουλος κράτησε την Τέχνη αγνά αισθητική και συγκέντρωσε στις σελίδες της εκλεκτές δημιουργίες των τότε δημοτικιστών, χωρίς κανένα συμβιβασμό. Γι  αυτό πιστεύει ότι περισσότερο από κάθε άλλο περιοδικό, παρουσίασε ένα άρτιο σύνολο, απόλυτα εκλεκτικό, αποτέλεσμα της εκλεπτυσμένης καλλιτεχνικής αντίληψης του εκδότη της. Τη σύντομη ζωή του περιοδικού την αποδίδει στο ότι εντελώς αψυχολόγητα, χωρίς σειρά και τάξη, πρόσφερε στο αναγνωστικό κοινό έργα πρωτότυπα και μεταφρασμένα, προτού αυτό να καλλιεργηθεί, για να μπορεί να τα εκτιμήσει. Έτσι ύστερα από ένα χρόνο αναγκάστηκε να διακόψει την έκδοσή του.

Ο Αιμ. Χουρμούζιος στη μελέτη του. που πολλές φορές μνημονέψαμε, σχολιάζοντας την παρουσίαση της φιλοσοφίας του Νίτσε από τις στήλες της Τέχνης και παρχθεωρώντας ίσως τη σημασία που είχε για την εποχή εκείνη σ’ ολόκληρη την Ευρώπη η σκέψη του Νίτσε. αποδίδει ευθύνη στο Νιρβάνα ως μεταφραστή και κριτικό, για την προτίμησή του, και στο Χατζόπουλο ως εκδότη για τη συγκατάθεσή του στη δημοσίευση του έργου αυτού. Πιστεύει ότι και οι δυο τους δεν υποψιάστηκαν ότι η επίδραση του γερμανού φιλοσόφου θα ήταν από τις πιο τυραννικές για την ελληνική διανόηση και τις πιο επίπονες. Βρίσκει βέβαια πολύ δικαιολογημένη την ακτινοβολία της φιλοσοφίας αυτής, που στόχο της είχε την αποδέσμευση της προσωπικότητας από τα δεσμά των συμβατικοτήτων της καπιταλιστικής κοινωνίας. Επιχειρώντας να ερμηνέψει τις προτιμήσει; αυτές των συντακτών της, διαπιστώνει ότι μελετούσαν τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους των ατομιστικών φιλοσοφικών συστημάτων και προσπαθούσαν να αφομοιώσουν τις ιδέες τους, ίσως γιατί ένιωθαν κάποια έλλειψη εμπιστοσύνης στις ομαδικές πραγματοποιήσεις. Επομένως δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι οι εκδότες της Τέχνης) ενήργησαν ανυποψίαστα για τις συνέπειες των επιλογών τους.

Ο Σπ. Μελάς θεωρεί την Τέχνη ως το τεκμήριο μιας μεγάλης και σωστής ιδέας και συγχρόνως ενός δραματικού παραπατήματος. Βρίσκει σωστή ιδέα τη μάχη για την επικράτηση του δημοτικισμού σε χρόνια που ο αγώνας είναι σκληρός και πολύ δύσκολος. Παραδέχεται ότι η Τέχνη έχει την τιμή της πρωτιάς, γιατί έβαλε σημαία στο περιοδικό της τη δημοτική γλώσσα, μια δημοτική χωρίς ακρότητες. Γι ’ αυτό πήρε αρνητική στάση στον Ψυχαρισμό, υιοθετώντας το αίτημα της λευτεριάς, μαζί με την απαίτηση για την ανανέωση της τέχνης. Ως δραματικό παραπάτημα θεωρεί το άνοιγμα όλων των παραθύρων στα ξένα ρεύματα. Και απορεί πως ούτε ο Χατζόπουλος ούτε οι κριτικοί, ακόμα και οι σύγχρονοι, δεν ένιωσαν το αγεφύρωτο χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στο δημοτικιστικό κίνημα και στο άνοιγμα των παραθύρων προς όλα τα ρεύματα. Γι’ αυτό χαρακτηρίζει τραγική αντίφαση την αναμορφωτική προσπάθεια του Χατζόπουλου για το ξεπεσμένο έθνος, ιδιαίτερα ύστερα από την περιπέτεια του 1897. Αποτέλεσμα της αντίφασης αυτής ήταν να υποχρεωθούν οι αναγνώστες να δεχτούν μαζί με αρκετά ίσως χρήσιμα πράγματα και ένα σωρό άλλες ετερόκλητες τροφές, όπως ήταν η περίπτωση του Νίτσε. Με τις παρατηρήσεις του αυτές ο Μελάς έδωσε και κάποια εξήγηση για το ναυάγιο του περιοδικού.

Στην αρκετά πλατιά μελέτη του ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου ερευνά τους λόγους που οδήγησαν στην διακοπή της κυκλοφορίας του περιοδικού. Υποστηρίζει ότι, ενώ στην αρχή όλοι οι λογοτέχνες χαιρέτισαν την Τέχνη με ενθουσιασμό, μόλις άρχισαν να διαφαίνονται οι ιδεολογικές και αισθητικές κατευθύνσεις, ο κύκλος των συνεργατών της διασπάστηκε και το περιοδικό αναγκάστηκε να σταματήσει. Η διαφωνία που ξέσπασε, παρατηρεί, ανάμεσα στους συνεργάτες του, δεν αφορούσε το πρόβλημα της γλώσσας, αλλά την προσπάθεια του Γ. Καμπύση, που με τα Γράμματά του από τη Γερμανία — τόπο διαμονής του — επιχειρούσε από τη χώρα αυτή την εισαγωγή αντιδραστικών ιδεών. Γι’ αυτό, υποστηρίζει ο Παπαϊωάνναυ ότι η γενιά της αστικής πνευματικής αναγέννησης (1880) σύσσωμη σχεδόν ξεσηκώθηκε να εμποδίσει το εγχείρημα αυτό και το περιοδικό που το επιχείρησε πολεμήθηκε και αναγκάστηκε, πάνω στο χρόνο από την έκδοσή του, να σταματήσει. Οι πολέμιοι του δεν πολεμούσαν τή μοντέρνα τέχνη, αλλά την ιδέα του αστικού απολυταρχισμού — σήμερα θα λέγαμε φασισμού — που τότε έκαμνε εξαγωγή η Γερμανία του Νίτσε.

Διαπιστώνουμε ότι ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου με αρκετή προκατάληψη καταλογίζει στον εκδότη της Τέχνης και στους συνεργάτες του την απαράδεκτη πρόθεση για εισαγωγή της φασιστικής ιδεολογίας. Είναι μια κατηγορία που σίγουρα δεν εναρμονίζεται με την όλη πολιτεία του Χατζόπουλου. Οι σελίδες της Τέχνης μαρτυρούν ότι όλοι αυτοί οι νέοι άνθρωποι μαζί με την πλούσια ύλη από τις ξένες λογοτεχνίες που πρόσφεραν στους αναγνώστες τους, θεώρησαν υποχρέωσή τους να παρουσιάσουν σε κάποιες σελίδες του περιοδικού και το γερμανό φιλόσοφο, που, ιδιαίτερα εκείνη την εποχή, συγκινούσε τους διανοουμένους της Ευρώπης.

Το περιοδικό φέρνει ολοφάνερα τη σφραγίδα του εκδότη του, μια και είναι ο υπεύθυνος στη σύνταξη και στις επιλογές. Όπως τονίστηκε, οι βασικοί του στόχοι στάθηκαν δύο: η συμβολή της Τέχνης στον αγώνα του δημοτικισμού, με την εξασφάλιση ενός βήματος απ’ όπου οι δημοτικιστές θα δηλώνουν την παρουσία τους, μα και η προσπάθεια να πλατύνει τους πνευματικούς ορίζοντες του ελληνισμού με την ενημέρωσή του σε έργα ευρωπαίων δημιουργών. Σίγουρα το επίπεδο ήταν υψηλό και αυτό περιόριζε την πλατιά κυκλοφορία. Είναι όμως κοινή διαπίστωση ότι προσπάθειες με υψηλούς στόχους, δεν είναι προορισμένες για μακρόχρονη επιβίωση. Την αλήθεια αυτή δεν την αγνοούσε ο Χατζόπουλος. Ωστόσο δε διανοήθηκε να ψευτίσει την ποιότητα του περιοδικού, δεν επιχείρησε τους συμβιβασμούς με στόχο την εμπορικότητα. Η Τέχνη θα παραμείνει δείγμα υψηλών οραματισμών στην ιστορία του περιοδικού μας Τύπου και πάνω απ’ όλα έκφραση μιας ουσιαστικής προσπάθειας για το φωτισμό του λαού μας, χωρίς να κατεβεί στο επίπεδο των αδιάφορων, που φιλοδόξησε το ανέβασμά τους με καλλιέργεια και μάθηση.

 

ΜΝΗΜΕΣ...
 

Νέα Εποχή 2006  

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές