Σημείωση:

Το κείμενο της διπλανής στήλης αποτελεί την ανακοίνωση του Θ. Μ. Πολίτη με αρχικό τίτλο «Η ερωτική συμπεριφορά τών Ιταλών κατακτητών στο Αγρίνιο, 1941-1944. Τελεσθέντες γάμοι με Αγρινιώτισσες στην περίοδο τής Ιταλο-Γερμανικής "Κατοχής" - 1941-1944» στο Τριήμερο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία τού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και τών Γενικών Αρχείων τού Κράτους [Γ.Α.Κ.] τών Νομών Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας, τον Μάρτιο τού 2008, στο Αγρίνιο και στο Καρπενήσι, με θέμα: "Κατοχή - Αντίσταση - Εμφύλιος: Η Αιτωλοακαρνανία στη δεκαετία 1940-1950". Από τις Ανακοινώσεις του Συνεδρίου αυτού, επιλεκτικά, ορισμένες συμπεριελήφθησαν σε εκδοθέντα, το 2010, τόμο, με τίτλο: "ΚΑΤΟΧΗ - ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ -ΕΜΦΥΛΙΟΣ. Η Αιτωλο-Ακαρνανία στη δεκαετία 1940-1950", με επιμέλεια τών πανεπιστημιακών καθηγητών, Κωνσταντίνας Μπάδα και Θανάση Δ. Σφήκα, στις Εκδόσεις Παρασκήνιο, Αθήνα 2010. Ατυχώς η ανακοίνωση αυτή δεν συμπεριλήφτηκε στον τόμο αυτό.

[Ανάρτηση τού χειρογράφου τής Ανακοίνωσης αυτής με την εξουσιοδότηση τού συγγραφέα-λογοτέχνη, Θ.Μ. Πολίτη].

 

 

 

 

Μνήμες και αναδρομές:

Οι Ιταλοί κατακτητές στο Αγρίνιο την κατοχή (1941-1944)

Ένα κείμενο του Θ. Μ. Πολίτη

Η πόλη, Αγρίνιον, στα 1940-1941, σύμφωνα με τα στοιχεία τής Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, αριθμούσε, μαζί με τους γύρω του Οικισμούς {Διαμανταίϊκα, Καμαρούλα, Μπίτσοβος, Μπούζι, Πυργί, Σχίνος, Προσφυγικός Συνοικισμός-Άγιος Κωνσταντίνος}, αριθμούσε -λέγω- 20.492 κατοίκους. Από τον αριθμό αυτόν, αν αφαιρεθούν τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι, απομένει, ως ενεργός πληθυσμός, το 1/3 περίπου. Δηλαδή γύρω στα 7.000 άτομα.

Η είσοδος των κατακτητών στο Αγρίνιο, αρχικά των Γερμανών κι αμέσως μετά των Ιταλών έγινε στις αρχές τού τρίτου 10/ημέρου Απριλίου τού 1941. Όλα στα σπίτια και τα παραθυρόφυλλά τους, ήταν κλειστά. Κανένας επίσημος φορέας, ή Δημόσια Αρχή, δεν τους υποδέχθηκε. Ούτε αξιωματικοί τής Ελληνικής Χωροφυλακής.

 Ο Δήμαρχος Αγρινίου, που εκλεγόταν κατ' επανάληψη από 11/02/1934 ως 08/04/1942, αείμνηστος Δημήτριος Βότσης, σπάνια εμφανιζόταν στο Γραφείο του στο Δημαρχείο Αγρινίου. Επί Γερμανο-Ιταλικής "Κατοχής", συγκεκριμένα στις 9/4/1942 οι Ιταλικές Αρχές "Κατοχής" καθαίρεσαν τον εκλεγμένον δήμαρχο Δημήτριο Βότση, κι ανάθεσαν το αξίωμα τού Δημάρχου στον έμπιστό τους, εκδότη και δημοσιογράφο (προπολεμικά) τοπικών, αιτωλο-ακαρνάνικων εφημερίδων, Μιλτιάδη Τζάνη’ ο οποίος συνεργάσθηκε μαζί τους ομαλά, «για το καλό της Πόλης», όπως ισχυριζόταν μεταπολεμικά, από 9/4/1942 ως 3/9/1943. Τον αντικαθιστούν και αυτόν οι Στρατιωτικές Αρχές "Κατοχής" και χρήζουν Δήμαρχον Αγρινίου τον Βασίλειον Παπαϊωάννου από 21/09/1943 ως 2/10/1943. Συνακόλουθα, επαναφέρουν στο δημαρχιακό αξίωμα τον Μιλτιάδη Τζάνη από 11/10/1943 ως 16/10/1943. Αντικαθίσταται και πάλι από τον Αθανάσιον Τζάνη από 25/10/1943 ως 3/12/1943. Αυτόν αντικαθιστά ο Ηλίας Σαγεώργης από 13/12/1943 ως 20/12/1943. Τον αντικαθιστούν και αυτόν και τοποθετούν Δήμαρχον Αγρινίου τον Βασίλειον Παπαϊωάννου από 29/5/1944 ως 1/3/1944. Αφαιρείται ο δημαρχιακός θώκος από τον Νικόλαον Καρμανίδην στις 9/3/1944 ως 7/9/1944, που ο "Δημοκρατικός Στρατός" τού Ε.Λ.Α.Σ., εισέρχεται τροπαιοφόρος εις την πόλιν τού Αγρινίου, μετά την αποχώρηση τών Γερμανικών Στρατιωτικών Δυνάμεων "Κατοχής". Ο Αθανάσιος Κακογιάννης παραμένει εις το αξίωμα τού Δημάρχου Αγρινίου από 14/09/1944 ως 31/3/1945. [Βιβλιογραφική σημείωση: Μεταξούλα Μανικάρου & Χρυσούλα Σπυρέλη, ΑΓΡΙΝΙΟ: ΔΗΜΑΡΧΟΙ ΚΑΙ ΔΗΜΑΡΧΙΕΣ 1833 - 2007. Έκδοση τού Δήμου Αγρινίου, από τις εκδόσεις - ''Το δόντι". Δεκέμβριος 2009. σελ. 32-33].

Με την εγκατάστασή τους εις την πόλη, Αγρίνιον, οι κατακτητές, Γερμανοί και Ιταλοί, αναζήτησαν μόνοι τους καταλύματα* τα επιτάσσουν βιαίως αγνοώντας τις αντιρρήσεις τών ιδιοκτητών ή τών εκπροσώπων αυτών. Τα πρώτα στρατιωτικά τμήματά τους εγκαταστάθηκαν στη μικρή «Καπναποθήκη Παπαστράτου» γιατί, στη διπλανή μεγάλη «Καπναποθήκη Παπαστράτου» ήταν στεγασμένο ακόμη το «Νοσοκομείον τού Ερυθρού Σταυρού». [Σημειωτέον εδώ πως στον χώρο της μεγάλης «Καπναποθήκης Παπαστράτου», μετά την κατεδάφισή της, κτίσθηκε το σημερινό «Παπαστράτειο Μέγαρο τής Γυμναστικής Εταιρείας Αγρινίου [Γ.Ε.Α.]»’ στη μεγάλη αίθουσα τού οποίου εκφωνούνται οι Ανακοινώσεις αυτού του Συνεδρίου μας, με θέμα: «Κατοχή - Αντίσταση - Εμφύλιος: Η Αιτωλο-Ακαρνανία στη δεκαετία 1940-1950. Αγρίνιον, 2008».

Εκ παραλλήλου, εγκαταστάθηκαν, τις πρώτες, εκείνες, ημέρες της Γερμανικής και τής Ιταλικής "Κατοχής", Ιταλικές στρατιωτικές μονάδες στην «Αποθήκη Αβραμίκου», [στη σύχρονη ονοματοδοσία: γωνία τών οδών Παναγοπούλου και Σούλου]. Μετά την άφιξη κι άλλων Ιταλικών και Γερμανικών μονάδων στο Αγρίνιον, επίταξαν τις περισσότερες καπναποθήκες Αγρινίου κι εγκατέστησαν σ' αυτές τα στρατεύματά τους. Σ' όσες "Καπναποθήκες" βρήκαν καπνά τα κατέσχεσαν και τα μετέφεραν σε καπνεργοστάσια τών χωρών τους.

Οι Γερμανοί δεν εγκατέστησαν, αρχικά, στο Αγρίνιο μεγάλες στρατιωτικές μονάδες. Περιορίσθηκαν σε μικρά τμήματα και στην στέγαση "Υπηρεσιών". Για τα διαβόητα 5.5. επίταξαν την διώροφη οικοδομή τού τραπεζικού υπαλλήλου Γιάννη Χαραλαμπίδη [νυν γωνία τών οδών, Αγίας Τριάδας και Ευτυχίας Καλύβα], με διοικητή τον ταγματάρχη Μπάουμαν. Στην οικία τού Ματσούκα, [νυν στη συμβολή των οδών, Δεληγιώργη και Παπαφώτη], στέγασαν την "Κομαντατούρ" [Φρουραρχείο] τους, με διοικητή τον συνταγματάρχη Τόρμαν, αυστριακής υπηκοότητας.

Η "Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Δυτικής Στερεάς" στεγάσθηκε στο οίκημα κληρονόμων Μέγα-Πάνου, απέναντι από την "Εθνική Τράπεζα". Η "Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Αγρίνιου", με διοικητή τον λοχαγό Φόλκαμ, εγκαταστάθηκε στο αρχοντικό οίκημα «Σκαλίγκου», [που μόνον ο δρόμος το χώριζε από την κεντρική "Πλατεία - Μπέλλου"], μαζί με το "Ιταλικό στρατηγείο". Στο ίδιο επίσης οίκημα εγκαταστάθηκε και λειτούργησε και η "Γερμανική Μυστική Υπηρεσία" με υπεύθυνον τον ανθυπολοχαγό Σμίθ Κέσερλιγκ. Η διαβόητη "Γκεστάπο" είχε τα Γραφεία της στο Ξενοδοχείο «Ήλιον Παλλάς», [«Ακροπόλ» μετονομάσθηκε μεταπολεμικά), με διοικητή τον λοχαγό Ολλενχάουερ. Στρατιωτικές μονάδες των Γερμανών στρατοπέδευσαν στο 3° Δημοτικό Σχολείο ενορίας Αγίας Τριάδας και σ' άλλα κτήρια, κριθέντα ως κατάλληλα. Τα πυρομαχικά τους τα καμουφλάρανε σε ειδικά ορύγματα τα οποία κατασκεύασαν σε λιοστάσια στην περιοχή «Ρουπακιά». Βαριά αντιαεροπορικά πολυβόλα ανέβασαν σε ταράτσες σχολείων.

Εκ παραλλήλου, στο Αγρίνιο στρατοπέδευσε μια ολόκληρη Ιταλική μεραρχία με την ονομασία «Καζάλε», με διοικητή τον στρατηγό Μάριο Μαντζάνι. Το στρατηγείο της λειτούργησε συνεχώς από τον Μάιο τού 1941 έως τον Σεπτέμβριον τού 1943. Ο στρατηγός Μάριο Μαντζάνι αντικαταστάθηκε προς το τέλος της Ιταλικής "Κατοχής" από άλλον στρατηγόν. Το Ιταλικό "Κομάντο Τάπα" [Φρουραρχείο] εγκαταστάθηκε στη [σημερινή] συμβολή των οδών Αδελφών Κέντρου και Π. Δαγκλή. Η "Καραμπινερία" [Ιταλική Αστυνομία] λειτούργησε στο οίκημα τής [σημερινής] γωνίας τών οδών Μπαϊμπά και Κακαβιά. Το «Κομάντο Τζένιο» ["Υπηρεσία Μηχανικού"], μαζί με το «Οφίτσιο Λαβόρε Φεροβιάρρι» ["Γραφείο Εργασίας Σιδηροδρόμου11], στεγάσθηκε στο ωραίο κτήριο ιδιοκτησίας τού μικροβιολόγου Δ. Σκαλτσά επί τής [σημερινής κεντρικής] οδού Παπαστράτου, αφού πρώτα ολοκλήρωσαν τις εσωτερικές διαρρυθμίσεις* «VIΙΑ ΚΟΖΖΑ» το ονόμασαν για τη λευκορόδινη απόχρωση τής εξωτερικής λιθοδομής τού κτηρίου αυτού. Υποδιοίκηση της «Καραμπινερίας» είχε στεγασθεί σε κτήριο επί της σημερινής κεντρικής οδού Χαριλάου Τρικούπη, στη γωνία με την οδό Βαρνακιώτη. Το Νοσοκομείο, «Αναρρωτήριο» το έλεγαν, των μεν Ιταλών λειτούργησε εις το ένα εκ τών δύο γειτνιαζόντων ενοποιημένων κτηρίων των «Παπαστρατείων Εκπαιδευτηρίων», ενώ στο άλλο εγκαταστάθηκε το Νοσοκομείο τών Γερμανών.

Στις τεραστίων διαστάσεων, για την εποχή εκείνη, κατασκευής τους το 1923, «Καπναποθήκες Παπαπέτρου», στεγάσθηκαν μεγάλες μονάδες Ιταλικού στρατού* ενώ άλλα τμήματα τού Ιταλικού στρατού εγκαταστάθηκαν στα εξής αγρινιώτικα κτήρια: στις «Αποθήκες Ηλιού» επί τής [σημερινής] οδού Μεσολογγίου* στο «κτήριο Καμποσιώρα» επί τής [σημερινής] οδού Βότση* στο «κτήριο Σακελλαριάδη» επί τής [σημερινής] οδού Παπαστράτου* στο «κτήριο Παπανδρέου» στη γωνία τών [σημερινών] οδών Μπάιμπά και Κύπρου* στο «κτήριο Στέργιου Γιάγκα» επί της [σημερινής] οδού Ζωοδόχου Πηγής). Αλλά, εκ παραλλήλου, και σε μικρότερες αποθήκες, καθώς και σε πάμπολλα άλλα οικήματα του ιστορικού κέντρου και των άλλων συνοικιών της πόλης του Αγρινίου, εγκαταστάθηκαν και άλλα τμήματα τού Ιταλικού στρατού. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι, για τη διαμονή τών Ιταλών και ορισμένων Γερμανών αξιωματικών εφαρμόσθηκε η μέθοδος τής επίταξης δωματίων οικιών και ειδικότερα σ! εκείνα που κατοικούσαν θηλυκές υπάρξεις με ηλικιωμένους γονείς δίχως αδέρφια...

Η μεραρχία «Καζάλε» μαζί με τις συμπαρομαρτούσες και προσαρτημένες σ' αυτήν μονάδες και Στρατιωτικές Υπηρεσίες αριθμούσε γύρω στους 5.000 άνδρες, ηλικίας κατά το μέγιστον ποσοστό τους από 25 έως 35 ετών, με κάποια αύξηση στην ηλικία των αξιωματικών. Στο Αγρίνιο λειτουργούσε το Στρατοδικείο της περιοχής, το οποίον εκδίκαζε εκτός από τα συνήθη στρατιωτικά παραπτώματα και τις παραβάσεις τών Ελλήνων πολιτών, που παρέβαιναν τις σχετικές διαταγές των "Αρχών Κατοχής". Το Στρατοδικείο τών κατακτητών στεγάσθηκε στο κτήριο του μοναδικού τότε, «1ου Παιδικού Σταθμού» τής πόλης τού Αγρινίου, εγγύτατα της [σημερινής] "Πλατείας Τσακανίκα". Βασιλικός Επίτροπος [Γενικός Εισαγγελέας] ήταν ο συνταγματάρχης της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Μάριο Σολίνα μετέπειτα σύζυγος τής Χρυσούλας Παντελή Αυγούλη. Διοικητής τού «Κομάντο Τζένιο» και του «Οφίτσιο Λαβόρε Φεροβιάρρι» ήταν ο ταγματάρχης Μηχανικού Μάριο Ανιόλι, στεγασμένος στη «νΐΐ3 ΒΟΖΖΘ» της οδού «Παπαστράτου».

Αυτή, περίπου, την εικόνα παρουσίαζε η Ιταλοκρατούμενη σε μέγιστο ποσοστό και στο υπόλοιπο γερμανοκρατούμενη πόλη του Αγρινίου στα τρία πρώτα χρόνια τής "Κατοχής": Μάϊος - Δεκέμβριος τού 1941, ολόκληρο το έτος 1942, και έως του Σεπτεμβρίου τού 1943. Συνολικά τελούσαμε υπό Ιταλική και Γερμανική "Κατοχή" 28,5 περίπου μήνες, και αμιγώς υπό Γερμανική "Κατοχή" δώδεκα σχεδόν μήνες.

Εις το σημείον αυτό, θα υπενθυμίσουμε εις εαυτούς και αλλήλους ότι, το θέμα τής παρούσας Ανακοίνωσης είναι το εξής: «Η ερωτική συμπεριφορά τών Ιταλών κατακτητών στο Αγρίνιο και ορισμένοι γάμοι Ιταλών με Αγρινιώτισσες».

Οι Ιταλοί στρατιώτες, "Σολδάτοι", και οι αξιωματικοί, "Οφιτσάλε, είχαν επιστρατευθεί, στην πλειονότητά τους, χωρίς τη θέλησή τους’ εκτός από εκείνους που ανήκαν στο φασιστικό κόμμα τού Μουσολίνι, φασίστα δικτάτορα την εποχή εκείνη που κυβερνούσε την Ιταλία. Το σύνολο σχεδόν των Ιταλών θεωρούσε τον πόλεμο «κατάρα» και την προσωπική τους συμμετοχή ως ατυχή περιπέτεια.  Λαχταρούσαν πότε να γυρίσουν στην πατρίδα τους, στις οικογένειες τους, στις γυναίκες τους, στις αρραβωνιαστικές τους, στις φίλες τους. Μετά τις πρώτες ημέρες τής "Κατοχής" κι αφού ξεκουράστηκαν, έφαγαν την «Πάστασούτα» τους, ήπιαν την «Μαρσάλα» τους, τραγούδησαν ομαδικά και ατομικά, κοίταξαν και φίλησαν τα αγαπημένα πρόσωπα των φωτογραφιών που έκρυβαν στα πορτοφόλια τους, άρχισαν να αισθάνονται την έλλειψη της γυναικείας συντροφιάς και την ανάγκη σεξουαλικής επαφής. Στις "ώρες τής ελεύθερης εξόδου" στους δρόμους τής πόλεως τού Αγρινίου, αναζήτησαν και βρήκανε τους λεγάμενους, τότε, «Οίκους ανοχής» τους οποίους διηύθυναν οι γνωστές «Μαντάμ - κυρίες»: "Κούλα η Καλυβιώτισσα»’ «Γεωργία η χαρακωμένη»* «Νίτσα η γύφτισσα», [επειδή ήταν έντονα μελαχρινή]· «Καίτη η κουφή»’ «Άννα η χοντρή». Εκεί οι περισσότεροι Ιταλοί στρατιώτες, όχι όλοι, αφού «ξαλάφρωναν», έφευγαν δίχως να πληρώνουν το αντίτιμον της «επισκέψεώς» των’ έλεγαν στις «τσατσάδες-διευθύντριες» την ιταλική λέξη «σκρίβερε»-«γράψε»· δηλαδή να γράψουν την οφειλή τους και δήλωναν συνάμα απλώς το μικρό τους όνομα· Γκιουζέπε· Φράνκο· Τζοβάνι· Μάριο· κ.ά. Το ίδιο «τροπάριο» επαναλάμβαναν και σε επόμενες «επισκέψεις» τους.

Αφού είχε περάσει κάποιο χρονικό διάστημα κι επειδή το «κακό» είχε παραγίνει με το απλήρωτο «ξαλάφρωμα», με το «σκρίβερε» και « σκρίβερε» -«γράφε το» και «γράφε το»-, κι είχε γενικευθεί σ' όλους τους «Οίκους ανοχής», οι «μαντάμ»- "κυρίες"-"διευθύντριες" αποφάσισαν να παραπονεθούν -διαμαρτυρίες δεν επιτρέπονταν-. Συνάντησααν τον Δήμαρχο τον κατ' ανάγκην συνεργαζόμενον με τους Ιταλούς και προσωπικόν φίλο τού στρατηγού Μαντζάνι για τον οποίον ο Δήμαρχος -«για το καλό της Πόλης», όπως ισχυριζόταν μεταπολεμικά-, μερίμνησε να έρθουν από την Αθήνα και να εγκατασταθούν στο Αγρίνιο, -σε διαφορετικά οικήματα-, δύο ωραίες κοπέλες τού «αμειβομένου έρωτος», τουτέστιν δύο «επί χρήμασι εκδιδόμενες» Γυναίκες: Η μελαχρινή άκουγε στο όνομα «Μιμή»· και η ξανθιά στο όνομα «Αλίς». Ο στρατηγός τις «επισκεπτόταν», εναλλάξ, όταν τού το επέτρεπαν τα πολλαπλά καθήκοντά του, τής Διοίκησης τής ιταλικής Μεραρχίας.

Με τη μεσολάβηση τού Δημάρχου, ο ιταλός στρατηγός δέχθηκε στο στρατηγείο του τις «τσατσάδες»-"κυρίες τού Οίκου ανοχής"· τις άκουσε, διαμέσου διερμηνέως με προσοχή. Όταν τών «Κυριών» τελείωσε η αναφορά τους στο ζωτικό για τις «επί χρήμασι εκδιδόμενες» Γυναίκες θέμα, είπε ο στρατηγός ιταλικά: «Ιο εαρίςεο» [«εγώ κατάλαβα»]. «Αντάτε βία» [«φύγετε»]. Σε ολίγες ημέρες έστειλε ο ιταλός Στρατηγός στον Δήμαρχο ένα μεγάλο χαρτόδεμα το περιεχόμενο του οποίου περιλάμβανε πέντε σανιδένιες πινακίδες «μπλανισμένες» καλά· στην κάθε μια πινακίδα ήταν με «στάμπα» γραμμένη η αμίμητη φράση: «Πρίμα παγκάρε έ ντόπο κιαβάρε» - «Πρώτα πληρώνεις και μετά καβαλάς».

Το χαρτόδεμα συνοδευόταν από σχετική επιστολή με υπογραφή τού υπασπιστή του ιταλού στρατηγού, λοχαγού Μάριο Καλτσόνι. Στην επιστολή τονιζόταν ότι επιφορτιζόταν ο Δήμαρχος να μεριμνήσει για την ανάρτηση στους «Οίκους  ανοχής» τών πινακίδων· μάλιστα οι πινακίδες αυτές, για να πιστοποιείται η γνησιότητα αυτών, είχαν στο άνω και κάτω μέρος τους (διαγωνίως) τη σφραγίδα και την υπογραφή του Διοικητή τού «Κομάντο Τάπα» [Φρουραρχείου]. Ο φρούραρχος νυμφεύθηκε αργότερα την -διαγωνίως- γειτόνισσά του, την ωραία, υψηλή και επιβλητική Μαρία Κυρίτση.

Δεν συμμορφώθηκαν, όμως, όλοι οι Ιταλοί «επισκέπτες» των «Οίκων ανοχής». Το «κακό» τού «πηδήματος βερεσέ», αν και μετριάσθηκε αισθητά, δεν εξαλείφθηκε. Χρειάσθηκαν κι άλλοι «συνδικαλιστικοί», θα λέγαμε σήμερα, αγώνες «διά το αυτονόητον». Επισκέφθηκαν οι «Μαντάμ»-«Κυρίες» πολλές φορές τον Ιταλό Φρούραρχο. Τελικά, το θέμα τακτοποιήθηκε μερικώς, με την έκδοση, από το Ιταλικό Φρουραρχείο, «κουπονίων»· τα «κουπόνια» αυτά τα παράδιναν οι Ιταλοί στρατιωτικοί στις τσατσάδες-«Κυρίες» πριν από το εκάστοτε δικό τους «Κιαβάρε»-«πήδημα»· και οι ελληνίδες Τσατσάδες-«κυρίες τού Οίκου τών Ιερόδουλων», με τη σειρά τους, εισέπρατταν, κάθε Σάββατο, από το ιταλικό Φρουραρχείο το αντίτιμον τού «Κιαβάρε»-«πηδήματος» τών Ιταλών στρατιωτών. Βέβαια, τα χαρτονομίσματα είχαν εκδοθεί από την "Ιταλική Τράπεζά" τους, «Κάζα Μεντιτεράνεε», «Τράπεζα Μεσογείου»· την οποία είχαν ιδρύσει για εξυπηρέτηση τών πολεμικών αναγκών τους. Τα χαρτονομίσματα εκείνα δεν είχαν αντίκρισμα. Ήταν όμως υποχρεωτικώς δεκτά στις όποιες συναλλαγές μεταξύ Ιταλών και Ελλήνων ακόμη και Ελλήνων με Έλληνες.

Η ερωτική, όμως, βουλιμία των Ιταλών κατακτητών δεν περιοριζόταν στις επισκέψεις στους «Οίκους ανοχής τών Ιερόδουλων»· εκεί, ίσως, ξαλάφρωναν και ικανοποιούσαν τις επιτακτικές ανάγκες τους για SΕΧ. Όμως, συναισθηματικά  παρέμεναν ακάλυπτοι· ιδιαίτερα, όσοι ήξεραν "γράμματα" κι είχαν κάποια πνευματική καλλιέργεια.

Στους δρόμους και στις γειτονιές τού Αγρίνιου κυκλοφορούσαν και ωραίες κυρίες και ωραιότατα, «φρέσκα κοριτσόπουλα», όπως τα έλεγαν: «Μπέλλα ραγάτσα» φλερτάριζαν τη μιά· «Πιού μπέλλα ραγάτσα» φώναζαν στην άλλη. Μεταξύ τών Ιταλών στρατιωτών τους διεξάγονταν κάποια διελκυστίνδα – άτυπου «διαγωνισμού ομορφιάς». Κάθε Ιταλός είχε και εξέφραζε την προτίμησή του. Ορισμένοι δεν περιορίζονταν εις το λεγόμενο και εφαρμοζόμενον « Κόρτε» [«Φλέρτ»]: Αναζητούσαν τρόπους προσέγγισης των κοριτσιών τής πόλεως. Σιγά-σιγά με υπομονή και επιμονή καθιστούσαν φανερή την επιθυμία τους για κάποια γνωριμία με αγρινιώτισσα. Δεν ήταν ολίγοι εκείνοι οι οποίοι με κάποια δικαιολογία χτυπούσαν πόρτες Αγρινιώτικων σπιτιών με το πρόσχημα να προσφέρουν στις οικογένειες μακαρόνια κοφτά [μακαροτσίνια], τυρί «Παρμεζάνα», καφέ, κ.α., με αντάλλαγμα: αυγά, γάλα, ή ό,τι άλλο: καρύδια, σταφίδες, φρούτα κι άλλα είδη που αυτοί δεν είχαν.

Τελικά κατάφερναν με πλείστες όσες δικαιολογίες και προπαντός με φυσική ή και επίπλαστη ευγένεια να μπουν σε σπίτια και να γνωρισθούν -κατακτητές αυτοί- με κορίτσια τού κατεχομένου, από τους ίδιους, Αγρινίου· και σε λίγο καιρό να νιώθουν κατακτημένοι· κι αυτό να τους είναι... ευχάριστο! .

Ο Ιταλός, τότε αξιωματικός και μετά τον πόλεμο συγγραφέας Ρέντζο Μπαζιόν, στο βιβλίο του για την κατοχή στην Ελλάδα, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Στρατιά σ' Αγκαπώ» αναφέρει ανάμεσα στ' άλλα και τα εξής αντιπροσωπευτικά της ερωτικής συμπεριφορά τους: «Ποιος πολύ, ποιος λίγο, όλοι μας προσπαθούσαμε να γίνουμε πιο ελκυστικοί στις ντόπιες γυναίκες. Άλλος άφηνε μουστακάκι· άλλος έφτιαχνε με την τσατσάρα «σκάλες» στα μαλλιά του· κι όλοι, κάθε πρωί, δινόμασταν στην καθαριότητα των δοντιών με φύλλα φασκομηλιάς ή με κόκκαλα Σουπιάς "θαυματουργά" γι' αυτή τη δουλειά».

Οι Ιταλοί στρατιωτικοί, αφού επιτύγχαναν κάποια γνωριμία, άρχιζαν τις «παρόλες» [κουβέντες] για τις ομορφιές και την ευμάρεια της Ιταλίας. Για τον πόλεμο έλεγαν «Φινίτο πρέστο» [«τελειώνει σύντομα»].

Όλοι, ή σχεδόν όλοι, δήλωναν εμπιστευτικά ως αντιφασίστες, και ποτέ δεν μιλούσαν απαξιωτικά για τις νίκες τού Ελληνικού στρατού στην Αλβανία και σε κάθε περίπτωση επαινούσαν την Ελλάδα· κυρίως την επαινούσαν για την μακρόχρονη ιστορία και τον πολιτισμό της. Πολλές φορές συμπλήρωναν ότι, «και η Ρώμη προσέφερε πολλά στις Τέχνες και στα Γράμματα. Για να αποδείξουν τις ομοιότητες των Ελλήνων και των Ιταλών χρησιμοποιούσαν το βολικό απόφθεγμα: «ούνα φάτσα ούνα ράτσα».

Τις Αγρινιώτισσες τις κολάκευαν λέγοντας ότι: «Πέρασα από πολλά μέρη’ πουθενά δεν είδα ωραιότερες κοπέλες». Ήταν, μ' άλλα λόγια, και "ερωτικοί διπλωμάτες"... στην καθημερινή πρακτική τους. Με την επιμονή και την υπομονή τους, —ποτέ δεν έδειχναν ότι βιάζονται — και δεν ζητούσαν κάτι που ενδεχομένως θα πρόσβαλε τις ελληνοπούλες—, έλεγαν ότι, «τους αρκούσε που τις έβλεπαν’ κι ακόμη έλεγαν ότι, «ένιωθαν ευτυχείς που ανταλλάσσανε μαζί τους κάποιες λέξεις». Πότε αυτοί με πετσοκομμένα ελληνικά και πότε αυτές με σπασμένα ιταλικά κατάφερναν να συνεννοούνται, αφού η ερωτική γλωσσά είναι διεθνής, μαθαίνεται εύκολα γίνεται δε άμεσα κατανοητή από τα ερωτευμένα μεταξύ τους πρόσωπα.

Στις φίλες τους -οι Αγρινιώτισσες κοπέλες- έλεγαν, αρχικά, καλά λόγια για τον Ιταλό γνώριμό τους. Μετέπειτα έλεγαν ότι τον συμπαθούσαν* και τελικά έλεγαν ότι, τον αγαπούσαν* και διευκρίνιζαν με έμφαση ότι θα τον παντρευτούν. Κι όλες φανταζόντουσαν μια ωραία ζωή στην Ιταλία τής Ευρώπης πέρα από τη φτώχεια και τη μιζέρια, μη γνωρίζοντας ότι και στην Ιταλία, τότε, τα οικονομικά πράγματα ήταν ίδια με αυτά τής Ελλάδας κι ίσως χειρότερα.

Έτσι, σιγά-σιγά και με το μαλακό, δημιουργήθηκαν ερωτικοί δεσμοί τών Ιταλών με Αγρινιωτοπούλες. Ορισμένοι απ' αυτούς ήταν τόσο ισχυροί ώστε να αψηφήσουν τις κοινωνικές και πατριωτικές κατακραυγές και να καταλήξουν σε γόμους με Αγρινιωτοπούλες. Παντρεύτηκαν αρκετές Αγρινιώτισσες με Ιταλούς* κι ανάμεσα σ' αυτές ήσαν ορισμένες απ' εκείνες που ανήκαν στην οικονομικά εύπορη τάξη τού Αγρινίου. Αναφέρω εδώ ενδεικτικά: τη Χρυσούλα Αυγούλη * μοναχοθυγατέρα ανάμεσα σε τρία αγόρια, κόρη τού μεγαλοκτηματία Παντελή Αυγούλη* τη Γεωργία, κόρη τού πλούσιου δερματέμπορου Ιωάννη Ανδρικόπουλου’ και την ευκατάστατη παπαδοπούλα Ζωή Ιωάννου Τζαμίχα. Η πρώτη, η Χρυσούλα Αυγούλη παντρεύτηκε με τον συνταγματάρχη τής "Ιταλικής Στρατιωτικής Δικαιοσύνης" Μάριο Σολίνα’ η δεύτερη, η Γεωργία Ανδρικοπούλου παντρεύτηκε με τον λοχαγό, επίσης της "Ιταλικής Στρατιωτικής Δικαιοσύνης", Ουμπέρτο Σαρατσένι’ και η τρίτη, η Ζωή Ιωάννου Τζαμίχα παντρεύτηκε με τον διακεκριμένον, και πολύ γνωστόν στη Νεάπολη τής Ιταλίας, αρχιτέκτονα 'Εντζο Τσεντίλε.

Από μία περιορισμένης έκτασης έρευνα που διεξήγαγα, εντελώς πρόσφατα για να συμπεριλάβω και έτερα στοιχεία στην παρούσα Ανακοίνωση, προέκυψε ένας κατάλογος 17 γάμων Ιταλών με Αγρινιώτισσες. Όλοι οι γάμοι, εκτός από μία περίπτωση, ήταν επιτυχημένοι. Μάλιστα, μία Αγρινιώτισσα, αφού χώρισε με τον πρώτον σύζυγό της, κατάφερε να παντρευτεί στην Ιταλία, για δεύτερη φορά, με Ιταλόν.

Ως ενδεικτικό στοιχείο τής επιτυχίας των Ελληνο - Ιταλικών γόμων μπορεί να θεωρηθεί ένα σχετικό δημοσίευμα του Ιταλικού περιοδικού, "13 Ρίαζζα άθ Ια Κϊνϊδΐθ θδΐ", τεύχος Ιουνίου-Ιουλίου 2005, για την προσφυγοπούλα από τον "Προσφυγικό Συνοικισμό" Αγίου Κωνσταντίνου, Φωτεινή Σαρισαβίδου, με τον τίτλο: «Το πρόσωπο, ο πόλεμος και ο Γάμος με έναν Ιταλόν. Φωτεινή Σαρισαβίδου: Ελληνίδα 60 χρόνια στη ΜΙΚΑ».

Σε αυτό το Ιταλικό περιοδικό, "13 Ρίαζζα άθ Ια Κϊνϊδΐθ Θ5ΐ", τεύχος Ιουνίου- Ιουλίου 2005, ανάμεσα στ' άλλα, διαβάσαμε και τα εξής: «Κατά τη διάρκεια τού πολέμου η Φωτεινή [Σαρισαβίδου], με δύο φίλες της, φαντασιώνονταν με την ιδέα να παντρευτούν Ιταλούς, για να βγουν από τη μιζέρια, αγνοώντας ότι τα πράγματα στην Ιταλία ήταν χειρότερα από τη χώρα της. Η Φωτεινή παντρεύτηκε με τον Τζιρόλιμο, αρχικά στην Ελλάδα με το ορθόδοξο δόγμα και μετέπειτα στην Ιταλία με το καθολικό δόγμα. Ο Τζιρόλιμο ήταν ο μεγαλύτερος εξ εννέα [9] αδελφών. Η Φωτεινή ζει (2005) στο Οριάγγο τής ΜΙΚΑ5. Απόκτησε με τον μοναδικόν σύζυγό της τρεις γιους, και εγγόνια. Σήμερα (2005) έχει και μια δισέγγονη έξι [6] ετών... Φωτεινή Τσάο!».

Η σημερινή σύντομη Ανακοίνωσή μου θα κλείσει μ' ένα άλλο ντοκουμέντο, ενδεικτικό τής ερωτικής -γενικώς- συμπεριφοράς τών Ιταλών κατακτητών προς δημότες Αγρινίου: Το 1964 έφτασε στο Αγρίνιο μια ομάδα Ιταλών’ ανέβηκε στο Δημαρχείο και ζήτησε από τον Δήμαρχο να επιτραπεί η εντοίχιση στην εξωτερική πλευρά — και ειδικότερα στα δεξιά τής κεντρικής εισόδου τού [τότε κτηρίου τού] Δημαρχείου Αγρινίου — μια μαρμάρινη πινακίδα στην οποία είναι χαραγμένες —σε αρχαία ελληνικά και Ιταλικά — φράσεις εκτίμησης και φιλίας των Ιταλών  που είχαν υπηρετήσει ως κατακτητές — για το Αγρίνιο. Στην ίδια πινακίδα καταχωρήθηκε η πληροφορία ότι, οι τότε Ιταλοί τής Μπολώνιας ίδρυσαν σ' αυτή την Ιταλική πόλη "Εταιρεία" στην οποία έδωσαν τιμητικά την ονομασία "ΑGRΙΝΙΟ". Το πλήρες κείμενο — Ελληνικά και Ιταλικά — τής πινακίδας, η οποία είναι ακόμη εντοιχισμένη, στην ίδια θέση, το καταθέτω για τα Πρακτικά του Συνεδρίου.—

Αγρίνιο, 14 Σεπτεμβρίου 2008.

Θ. Μ. Πολίτης

ΜΝΗΜΕΣ:

 

 

 

 

Νέα Εποχή © 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές