Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Ιστορικά:

Μεθοδολογία Έρευνας της Συλλογικής Μνήμης
– Η περίπτωση της ΑιτωλοΑκαρνανίας –

δρ Ιωάννης Γ. Νεραντζής

 


 

(1) Η Συλλογική Μνήμη εστία της Ιστορίας.

      Προσεγγίζοντας την Τοπική Ιστορία της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας, επιχειρώ τούτη την αναπαράσταση, θαρρώ πειστική κατασκευή, με σκευή το εξηγητικό μοντέλλο του «ιστορικού υλισμού», αλλά και με γνώμονα άλλους δύο εξηγητικούς συλλογισμούς: Ο ένας έχει να κάνει με τον ίδιον τον ιστορικόν συγγραφέα. Ο άλλος έχει να κάνει, αφενός με τη φύση των ιστορικών πηγών που χρησιμοποιεί ο ιστορικός για να αναπαραστήσει τα γεγονότα, αφετέρου με τη σημασία των λαϊκών πολιτισμικών εκδηλώσεων ως πηγής πληροφοριών για τον τρόπο ζωής και σκέψης μιας συμβιωτικής ομάδας, για την κοινωνική της οργάνωση, καθώς και για τους μηχανισμούς που εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή της μέσα στον χρόνο.

  Ο ιστορικός ξεκινά αναπόφευκτα από το παρόν[1], καλύτερα, από σύγχρονα ανάλογα ιστορικά γεγονότα, για να εμπλουτίζει τον ιστορικό προβληματισμό τού λαού, τού λαϊκού ανθρώπου, έστω και αν η κατάσταση τής ζωής σήμερα διαθέτει, συγκριτικά με το παρελθόν, ένα διαφορετικό οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό υπόβαθρο. Χρησιμοποιεί, όμως, ως motus το παρόν γιατί το παρόν χαρακτηρίζεται από πνευματική εγρήγορση, πολιτικό προβληματισμό, κοινωνικές ανησυχίες και αγωνίες. Αυτή ακριβώς η συνειδητή αντιμετώπιση τού παρόντος μπορεί να οδηγεί και στον προσδιορισμό και στην ανίχνευση των πολλαπλών κινήτρων και παραγόντων - οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών, γεωγραφικών, πολιτιστικών, ψυχολογικών - που προσδιορίζουν το ιστορικό γίγνεσθαι[2]. Για παράδειγμα, η συνειδητή αντιμετώπιση με ιστορικό μάτι της σύγχρονης φάσης του ζητήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας[3], θα μας διαφωτίσει σχετικά και με το ζήτημα αυτό στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το ζήτημα της Εκκλησιαστικής περιουσίας σε όλη την ιστορική του διάσταση διαχρονικά. Ότι δηλαδή η σύγχρονη οικονομική συναλλαγή και διαπλοκή μεταξύ Εκκλησιαστικής και Κοσμικής Εξουσίας είναι ο παροντικός κρίκος της αλυσίδας μιας σειράς αντίστοιχων πράξεων στον μακρό ιστορικό χρόνο: ανάγονται στη βυζαντινή περίοδο άνθισης του μοναστικού βίου που συντηρεί η αύξουσα μοναστηριακή ακίνητη περιουσία που καθιστά κυρίαρχη τη θέση και διαιωνίζει την εξουσία της Εκκλησίας στο Βυζαντινό κράτος . συνακόλουθα, η συναλλαγή της Εκκλησίας με τον Οθωμανό κατακτητή, τα προνόμια που αυτή εξασφαλίζει, αλλά και οι κτηματαγορές που κάνουν τα Μοναστήρια από την αγροτιά, καθώς και οι «ψυχοσωτήριες» δωρεές αγροκτημάτων, αμπελιών, χωραφιών, περιβολιών και σπιτιών, που απλοϊκοί χριστιανοί αφιερώνουν στα Μοναστήρια, μέσα από ιδεολογικούς μηχανισμούς πειθούς και κατάλληλη χριστιανική προπαγάνδα περί της αναγκαιότητος εξασφαλίσεως «συγχωροχαρτίων», τα οποία βεβαίως για μεν τους δωρητές αποτελούσαν «ομολογίες» πίστεως, αλλά για τα Μοναστήρια αποτελούσαν άλλου είδους «ομολογίες», παναπεί αποδεικτικά χειρόγραφα τρόπου απόκτησης της μοναστηριακής ιδιοκτησίας.

   Αυτή η ιστορική μας πορεία από το παρόν στο παρελθόν και από εκεί πάλι στο παρόν οδηγεί στην ιστορική συνείδηση του λαού. Και τον λαό με ιστορική συνείδηση δεν τον ξεγελάς.

(2) Η αξία τής χρήσης τής ζωντανής συλλογικής μνήμης.

      Ο άλλος εξηγητικός συλλογισμός που κάμνω χρήση, εισάγει τη διάσταση τής ιστορίας ως συλλογικής μνήμης,[4] διαμορφώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια τρίτη ιστορία ανάμεσα στην επίσημη και την αντίθετή της. Και εξηγούμαι: Τα γεγονότα που βλέπουμε να αναπαριστώνται μέσα στη γραφή αυτού του κειμένου δεν αρνούνται τις επίσημες ιστορικές πηγές· αλλά αυτές συνυπάρχουν, σε ίση μοίρα, με τις άλλες λαϊκές γραπτές πηγές, κυρίως είτε «ομολογίες» αγοροπωλησιών και δωρεών πιστών προς Μοναστήρια, είτε «ενθυμήσεις» γραμμένες από το χέρι ανώνυμου λαϊκού ανθρώπου πάνω σε εικόνες, ή πάνω σε εκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία Μονών, ή πάνω στον τοίχο εκκλησιών, προκειμένου να μνημειοποιηθούν στη συλλογική μνήμη. Συνακόλουθα, οι διαστάσεις που προσδίδω τής ιστορίας ως συλλογικής μνήμης έχουν να κάνουν αφενός με τον ίδιον τον ανώνυμο γραφέα: προσπαθούμε να απαντήσουμε στα ερώτηματα: με ποιό σκεπτικό άραγε λειτουργεί αφαιρετικά και αξιολογικά, ώστε μέσα από τις προσωπικές του αναμνήσεις να επιλέγει και να καταγράφει ως «ενθύμηση» αυτό που έκρινε άξιο να μείνει στη συλλογική μνήμη; Δίπλα στο συμβάν ή στο γεγονός του οποίου όλοι υπήρξαν μάρτυρες, υπάρχει και αυτό στο οποίο ο ανώνυμος έχει τη δική του αποκλειστική μνήμη που όμως τονίζεται και αξιοποιείται μόνον όταν αυτή αναφέρεται στη μνήμη που αφορά στο σύνολο; Είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές περιστατικών που είναι αλληλένδετα με αυτά που έχουν καταγραφεί στη μνήμη όλων; Αφετέρου, η συλλογική μνήμη έχει να κάνει με τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα που εντυπωσιάζουν, που μένουν δηλαδή ανεξίτηλα αποτυπωμένα στη συλλογική μνήμη του λαού: προσπαθώ δηλαδή να δείξω ποιά ιστορικά γεγονότα με πρωταγωνιστεί τον ίδιον τον λαό, αλλά και ποιές λαϊκές εκδηλώσεις ή πολιτιστικά ή κοινωνικά συμβάντα, επιβιώνουν στη συλλογική μνήμη και φθάνουν ως εμάς, είτε μέσα από τις επίσημες ιστορικές πηγές, είτε μέσα από τις λαϊκές καταγραφές ανώνυμων πρωταγωνιστών, ή απλών θεατών, τούτων των συμβάντων. Από την άλλη πλευρά, σε ορισμένες αναφορές γεγονότων στην επίσημη ιστορία παρατηρούμε καθαρά την πρόσκρουση της συλλογικής μνήμης στην επιβεβλημένη ιστορία.   

   Με άλα λόγια, επιλέγω μια γραφή αφήγησης της Τοπικής Ιστορίας εκπηγάζουσα όχι μόνον από τις επίσημες πηγές, αλλά και από τις ανώνυμες ή και επώνυμες έγγραφες λαϊκές καταγραφές της λαϊκής μνήμης. Γιατί σ’ αυτές τις καταγραφές της λαϊκής μνήμης η ιστορία είναι ιδωμένη από τους καθημερινούς ανθρώπους που είναι οι φορείς της, και που σωστά αρνούνται την επίσημη ιστορία, γιατί ακριβώς αντιτίθεται σ’ αυτήν που βιώνουν οι ίδιοι. Αυτή η διάστασή της με ώθησε να δω το παρελθόν βρίσκοντας στήριγμα στη συλλογική μνήμη. Στην πραγματικότητα είναι ένα εγκώμιο τών λαών, δηλώνοντας πως οι πιο σκληροί αγώνες διεξάγονται από τους απλούς ανθρώπους. Είναι ένας ύμνος στην ιστορική συνείδηση του ελληνικού λαού, στερημένου πληροφόρησης ακόμα και επάνω σε μια περίοδο πρόσφατη και από πολλούς βιωμένη, γιατί πρωταγωνιστής ήταν ο ίδιος ο λαός. Οι «φάκελλοι» όμως με τη δράση τού λαού κάηκαν στις υψικαμίνους τών πλουτοκρατών απογόνων τών μαυραγοριτών και τών δοσιλόγων της «Κατοχής». Βέβαια, η επίσημη ιστορία θα εμπεριέχει αυτό το ιστορικό γεγονός του «καψίματος των φακέλλων». Άραγε θα γράψει και για το «ηλεκτρονικό φακέλλωμα του λαού» που συνεχίζεται σήμερα;

   ‘‘Εν τέλει’’, ξεκινώ μια αναδρομή στο παρελθόν και καταλήγω σε μια γραφή που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια ιστορία λαϊκή στην οποία οι ήρωες, οι μεγάλες προσωπικότητες και οι άρχοντες -μόνοι άξιοι ενδιαφέροντος μέσα στην ιστορική απόδοση των θεσμών- έρχονται δεύτεροι. Σε μια γραφή πάνω σε θέματα που η επίσημη ιστορία δεν μπαίνει. Σε μια γραφή ιστορίας που ο λαός την ζει απέναντι στην ιστορία που παρατηρεί. Ό,τι υπάρχει στο κείμενο-στορική αφήγηση είναι ό,τι διαδραματίστηκε μπροστά στα βλέμματα των ‘‘καθημερινών ανθρώπων’’.

   Κάθε ιστορικού περιεχομένου κείμενό μου, λοιπόν, εκφράζει ταυτόχρονα μιαν ανάγκη και ένα καθήκον, με σκοπό να καταλάβουμε την παρούσα πραγματικότητα. Γιατί η Τοπική Ιστορία είναι απλώς η Ιστορία σε σμίκρυνση. Χρησιμοποιώ την συλλογική μνήμη ως γνώμονα για την επιστροφή στο παρελθόν που η επίσημη ιστορία αρνείται να το αναδείξει στις λαϊκές του διαστάσεις. Είναι η φωνή αυτών που δεν μπορούν να ακουσθούν. Η γραφίδα μου παίρνει το λόγο για λογαριασμό και των νικημένων.

   Επιλέγοντας κατά βάση τη συλλογική μνήμη της κοινωνίας, κάμνω μια βαθιά προσπάθεια να αναρωτηθώ πάνω στην ιστορία αυτού τού χώρου, στα ποικίλα προβλήματα που αυτή επιφέρει, και να τα καταλάβω, για να καταλάβω στη συνέχεια την πραγματικότητα του παρόντος.

   Η προβληματική της επιλογής των ιστορικών γεγονότων για την αναπαράσταση της παρελθοντικής πραγματικότητας δηλώνει έναν στοχαστικό προβληματισμό πάνω στην ιστορία.

   Δεν επιδιώκω μια ιστορική μελέτη που στοχεύει να δώσει μαθήματα ιστορίας, αλλά επιδιώκω ένα κείμενο που θέτει ερωτήματα πάνω στην ιστορία. Πλάϊ στην ιστορία των μεγάλων, υπάρχει μια άλλη που αυτοί δεν μπορούν να απαλείψουν, γιατί αναπαύεται  μέσα στη μνήμη των κοινωνιών. Αυτήν την ιστορία πρέπει να λάβουμε υπόψη αν θέλουμε να βρισκόμαστε σε εγρήγορση απέναντι στα γεγονότα του παρελθόντος και τελικά μέσα στην πραγματικότητα του παρόντος. Τότε προσαποκτά αξία η ιστορική γνώση του παρελθόντος: όταν μετατρέπεται σε γνώση του παρόντος.

   Άλλωστε, οι εκδηλώσεις που γίνονται κάθε χρόνο, όπως αυτές στον χώρο του Πολυτεχνείου, είναι εκδηλώσεις που έρχονται κατευθείαν από την αναγκαιότητα και τη θέληση των ανθρώπων να μη λησμονήσουν. Το πρόβλημα της λήθης είναι ένα πρόβλημα  μνήμης κι αυτή η τελευταία υπάρχει ανεξάρτητα από τις διαθέσεις τής εκάστοτε εξουσίας. Αυτή τη μνήμη θα έπρεπε να τη σώσουμε, προτού την εξασθενήσει ο χρόνος κι «επιστρέψει υπό μορφήν σκόνης».

(3) Μεθοδολογικά ζητήματα

       Στο σημείο αυτό εγείρονται δύο μεθοδολογικά ζητήματα: Το πρώτο έχει σχέση με την μεθοδολογία έρευνας της συλλογικής μνήμης· το δεύτερο έχει σχέση με την μεθοδολογία μελέτης της Τοπικής Ιστορίας.

   Ως προς το πρώτο ζήτημα, η συλλογική μνήμη θα μπορούσε να ερευνηθεί με βάση την ετερότροπη πορεία της. Υπάρχει αυτή που κυριαρχεί στις ενθυμήσεις εκείνων που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έλαβαν μέρος στα γεγονότα, και η μνήμη αυτών που υπήρξαν απλοί μάρτυρες. Στην πρώτη ή στη δεύτερη περίπτωση, οι προσωπικές αναμνήσεις, η ποίηση, τα τραγούδια, τα ημερολόγια κλπ. θα ήταν πηγές ιστορίας που προωθείται από τη συλλογική μνήμη. Όμως οι πιο πολλές πληροφορίες που θα μπορούσαμε να κερδίσουμε δεν είναι γραμμένες, αλλά συσσωρευμένες μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Ένα ιστορικό αρχείο προφορικού υλικού θα αποτελούσε προς αυτή την κατεύθυνση μια πρώτης τάξεως ιστορική πηγή. Ανώνυμη ή όχι, σχολική μνήμη, εργατική, κοινωνική μνήμη των μέσων ενημέρωσης, μπορεί σίγουρα να έχει μια αδιαμφισβήτητη αξία: οργανώνοντάς την και θέτοντας ερωτήματα, ο ιστορικός μπορεί να την ξυπνήσει, να την ερεθίσει, να την φωτίσει και να την αξιοποιήσει, να βρει τις πιθανές αντιφάσεις και να πετύχει έτσι μια γνώση που δεν βρίσκεται μέσα στις τωρινές γραπτές πηγές. Ανέκδοτα περιστατικά μπορούν να βοηθήσουν στη διαμόρφωση μιας γνώσης που θα επιτρέψει στη συνέχεια τη δημιουργία μιας «ιστορικής» μνήμης πάνω στα γεγονότα που θέλουμε να συγκρατήσουμε[5].

   Ως προς το δεύτερο ζήτημα, την Τοπική Ιστορία, πρέπει να ξεκινήσουμε από την κατηγορία του χώρου, κατά τον Ruggiero Romano[6]. Ωστόσο, δεν υπάρχει ένας χώρος, αλλά χώροι στον πληθυντικό: αγροτικοί, αστικοί, έρημοι, υδάτινοι … Περισσότερο ή λιγότερο μεγάλοι, δεν είναι ποτέ απολύτως απομονωμένοι, γιατί έχουν ενταχθεί σε δίκτυα. Αν λοιπόν η Τοπική Ιστορία θέλει να έχει την αξία της, πρέπει να μην απομακρύνεται ποτέ από τα προβλήματα της μεγάλης Ιστορίας. Είναι βέβαια σωστό να ενδιαφερόμαστε για την Ιστορία ενός χωριού, ενός μικροσκοπικού νησιού, ενός μικρού πανεπιστημίου, με τον όρο όμως ότι τούτο το χωριό δεν υπάρχει καθαυτό, ότι οι τιμές των αγαθών που παράγει καθορίζονται όχι μόνο από την καλή ή την κακή συγκομιδή τους εδάφους του, αλλά επίσης από τη συγκομιδή των γειτονικών εδαφών . ότι τα νομίσματα που κυκλοφορούν σ’ αυτό έχουν εκδοθεί από μια αρχή που δεν είναι τοπική ότι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η «τοπική» πολιτική εξουσία έχει επίσης τις σχέσεις της (έμμεσες έστω) με μια ευρύτερη πολιτική εξουσία, περιφερειακή, εθνική, αυτοκρατορική. Παρομοίως, κάθε πανεπιστήμιο (μικρό, έστω) συμμετέχει με χίλιους τρόπους σε μια ευρύτερη παιδεία, συχνά παγκόσμια.

   Κοντολογίς, ας είναι καλοδεχούμενη η Τοπική Ιστορία με τον όρο ότι δεν είναι απλώς μια «επαρχιακή» ιστορία: αν η οικονομική αυτάρκεια δεν συνιστά έναν μεγάλον στόχο, η διανοητική αυτάρκεια είναι ακόμη περισσότερο στείρα[7].

   Η Τοπική Ιστορία μπορεί, εκ παραλλήλου, να πάρει τη μορφή πραγματικής εθνοϊστορίας[8], δηλαδή μιας ιστορίας που ξεπέρασε πλέον την παλιά μορφή ιστορίας, εκείνη του φολκλόρ και των λαϊκών παραδόσεων, και με τη νέα μορφή της «συλλογίζεται» όχι μόνον με όρους ανθρωπολογικών προβλημάτων (η ενδυμασία, η συγγένεια, η σεξουαλικότητα…) αλλά που υιοθετεί, κυρίως, τους τρόπους της ανθρωπολογικής εργασίας. Χάρις σ’ αυτή τη γόνιμη συνάντηση της ιστορίας με την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία, επιτεύχθηκε η διεύρυνση των πεδίων έρευνας του ιστορικού, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα τη στροφή από την παραδοσιακή συμβαντολογική ιστορία στην κοινωνική και οικονομική ιστορία ή στην ιστορία των νοοτροπιών και των συμπεριφορών.

   Ακόμη, ως προς τη σχέση Τοπικής Ιστορίας και αμφίδρομης πολιτισμικής μεταφοράς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την τελευταία μπορούμε να τη δούμε από διπλή γωνία: ως γενικό φαινόμενο που καλύπτει μεγάλους χώρους (π.χ. η διάδοση του καλαμποκιού στην Ευρώπη) και ως τοπικό φαινόμενο (κτηνοτροφή ή ανθρώπινη τροφή, για να μιλήσουμε πάντα για το καλαμπόκι), αλλά που οπωσδήποτε παραμένει συνδεμένο με το γενικό φαινόμενο. Αυτονόητο, εδώ, ότι κάθε φαινόμενο αμφίδρομης πολιτισμικής μεταφοράς πρέπει να μελετάται στη μακρά διάρκεια, ακολουθώντας τις μακρές και αργές διαδρομές της ιστορίας[9].

(4)  Το ζήτημα της μεθοδολογικής στάσης.

       Απομένει το ζήτημα της μεθοδολογικής στάσης: Τηρώ μια στάση, έχοντας κατά νού τις τρεις ειδολογικές επιπτώσεις που θέλουμε να έχει η έρευνά μας για την Τοπική Ιστορία Αιτωλίας και Ακαρνανίας και τον αγροποιμενικό πολιτισμό της: τις ιδεολογικές επιπτώσεις, τις θεωρητικές επιπτώσεις και τις μεθοδολογικές επιπτώσεις.

   Και πρώτα πρώτα οι ιδεολογικές επιπτώσεις: μελετώ το πολιτισμικό γεγονός ως κοινωνικό γεγονός που έχει κάποια πληροφοριακή αξία. Αυτό σημαίνει ότι προσεγγίζω τις λαϊκές πολιτισμικές εκδηλώσεις ως πηγή πληροφοριών, με σκοπό να γίνει αντιληπτός ο πληροφοριακός πλούτος της λαϊκής πολιτιστικής έκφρασης, ιδιαίτερα ζωντανής στον εν λόγω χώρο, σε όλη την ιστορική διάρκεια, για τον τρόπο ζωής και σκέψης της συγκεκριμένης συμβιωτικής ομάδας των Αιτωλών και των Ακαρνανάνω, για την κοινωνική της οργάνωση, καθώς και για τους μηχανισμούς που εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή της μέσα στον χρόνο.

   Δεύτερον, ενδιαφέρομαι για τις θεωρητικές επιπτώσεις στον τρόπο προσέγγισης τού υλικού: υπερβαίνοντας τα όρια μεταξύ ιστορίας, αρχαιολογίας, φιλολογίας, λαογραφίας, εθνολογίας, ανθρωπολογίας και κοινωνιολογίας, συμπορεύομαι αντάμα τους, ακολουθώντας διεπιστημονική και διαθεματική προσέγγιση του υλικού μας και των πηγών του, σε τρόπο ώστε η λαϊκή πολιτισμική έκφραση να γίνει κατανοητή ως μία ιστορική και κοινωνιολογική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα δηλαδή που γεννιέται και που πεθαίνει στη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου και που δεν ανήκει αποκλειστικά παρά σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες ή τάξεις.

   Τρίτον, μεθοδολογικές επιπτώσεις: Μέσα από την ιστορική συγγραφή μου αναδύονται όλες οι συνιστώσες της κοινωνικής και πολιτισμικής φυσιογνωμίας των συμβιωτικών ομάδων σε σχέση με τις οποίες και μόνο οι πολιτισμικές εκδηλώσεις αποκτούν το αληθινό τους νόημα. Γιατί, από την ίδια τη συγκρότηση και κοινωνική λειτουργικότητά τους, οι λαϊκές πολιτισμικές εκδηλώσεις περικλείουν έναν ολόκληρο κόσμο μηνυμάτων και κωδίκων προς αποκρυπτογράφηση. Είναι προικισμένες, για να επαναλάβουμε μια έκφραση του Κλώντ Λεβί Στρώς, με έναν «κοινωνιολογικό οπλισμό», ο οποίος όχι μόνο υπαγορεύει αντιστοιχίες, όπως είναι η περίπτωση των μύθων, ανάμεσα στη μορφή της πολιτισμικής έκφρασης και τον τύπο των ιδανικών κοινωνικών σχέσεων που αφορούν μια ανθρώπινη κοινότητα, όχι μόνο αποκαλύπτει ορισμένους ιδιάζοντες τρόπους παρατήρησης και στοχασμού πάνω στη φύση, την ιστορία, την ετερότητα και την ταυτότητα, αλλά επίσης πληροφορεί για την ύπαρξη και τις ιδιαιτερότητες μιας «σκέψης», που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «αγροσυμβιωτική». Μια κοινωνιολογική λοιπόν ανάγνωση των λαϊκών πολιτισμικών εκδηλώσεων είναι άμεσα αναγκαία γιατί επαναφέρει, με νέους όρους, το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στην κοινωνία, την ιστορία και τον πνευματικό και ιδεολογικό κόσμο των κυριαρχούμενων ομάδων, σε κοινωνικούς σχηματισμούς όπου, όπως είναι η περίπτωση του βαλκανικού χώρου, η επίσημη επιστημονική παράδοση ελάχιστα ενδιαφέρθηκε να καταλάβει τον τρόπο ζωής και σκέψης των λαϊκών στρωμάτων μέσα από τα ίδια αυτά λαϊκά στρώματα και προς όφελός τους. Στην πραγματικότητα, ως τώρα, οι κοινωνιολόγοι και οι ιστορικοί αναζήτησαν τις σχετικές πληροφορίες σχεδόν αποκλειστικά στις γραπτές πηγές –το κατεξοχήν εργαλείο εργασίας για τη γνώση του παρελθόντος των ανθρωπίνων κοινωνιών. Όμως οι γραπτές αυτές πηγές υπήρξαν, εξ ορισμού, ένα εργαλείο φτιαγμένο από και για τις κυρίαρχες τάξεις και, συνεπώς, μεταφέρουν απλώς την εικόνα και τις παραστάσεις που σχηματίζουν οι κυρίαρχες ιδεολογίες για τις κυριαρχούμενες τάξεις οι οποίες, σε ό,τι τις αφορά, εξακολουθούν να ζουν μέσα στον παραδοσιακό, αναλφάβητο πολιτισμό τους. Από την άποψη αυτή, θα ήταν πολύ χαρακτηριστικό να έβλεπε κανείς πώς ορισμένες στάσεις των κυρίαρχων τάξεων υιοθετούνται και εσωτερικεύονται (με τη γενίκευση της εθνικής παιδείας και τον θρίαμβο του γραπτού πολιτισμού επί του προφορικού), από τα ίδια εκείνα τα στρώματα εναντίον των οποίων στρέφονται, όπως, λόγου χάρη, η υποτιμητική και περιφρονητική σημασία, που συνοδεύει τη χρήση, σε όλες τις βαλκανικές γλώσσες, της λέξης χωριάτης. Θεμελιώδης έννοια που χρησιμοποιήσαμε ως «θεωρητικό αναλόγιο» σ’ αυτή την κοινωνιολογική ανάγνωση της λαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς και για την κοινωνιολογική προσέγγιση του λαϊκού πολιτισμικού γεγονότος είναι αυτή που ο Στάθης Δαμιανάκος[10] ονομάζει κατηγορία της κοινωνικής «λειτουργικότητας» στο μέτρο που κάθε λαϊκή πολιτισμική δημιουργία αναπαράγει ένα σύνολο από κοινωνικές στάσεις, αντιλήψεις, εμπειρικές γνώσεις, αισθητικούς κανόνες, ιδεολογία και κοινωνικές πρακτικές, συνδέεται αξεχώριστα με άλλες όψεις της κοινωνικής ζωής και ισχυροποιεί με τον τρόπο αυτόν τις κοινωνικές δομές της ομάδας αναφοράς. Η πιο αποφασιστική από τις αρχές που εγγράφονται σ’ αυτή τη διάσταση των εκδηλώσεων του λαϊκού πολιτισμού είναι εκείνη που τις αναδείχνει σύμβολα πολιτισμικής αυτό-αναγνώρισης και σπουδαία μέσα κοινωνικοποίησης της προσωπικότητας, απονέμοντας την κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα του ατόμου[11].  

(5) Αιτωλία και Ακαρνανία στη βυζαντιοκρατία: γεωγραφικό τμήμα του ‘‘θέματος Νικοπόλεως’’

   Η οριοθέτηση, με την έννοια της κρατικής υπόστασης, των συνόρων τού γεωγραφικού χώρου τού γνωστού σήμερα ως «Νομός Αιτωλίας και Ακαρνανίας» έχει υποστεί διαχρονικά αρκετές τροποποιήσεις, έως ότου να λάβει τα σημερινά όρια ως ένας από τους Νομούς της Ελλάδας. Σε κάθε μακρά ιστορική περίοδο, λόγω της στρατηγικής γεωπολιτικής της θέσης, η Αιτωλία & η Ακαρνανία, άλλοτε αποκτούσε σημαντικό ρόλο στις μετακινήσεις των πληθυσμών είτε εξαιτίας βαρβαρικών εισβολών είτε λόγω πολιτιστικών, κοινωνικών και θρησκευτικών μεταβολών. άλλοτε, πάλι, παρουσίαζε μια «περιθωριακή ζωή» στην οικονομία της ευρύτερης περιοχής που έχει να κάνει με τα παράλια του Ιονίου Πελάγους και του Πατραϊκού Κόλπου.

   Συγκεκριμένα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, ανοιχτή προς το Ιόνιον Πέλαγος και τον Πατραϊκό Κόλπο, προς τη Δύση και τον Νότο αντίστοιχα, γινόταν εύκολος στόχος των εχθρικών στόλων και των πειρατών. Από την άλλη, οι εύκολες επαφές που υπήρχαν μεταξύ των πόλεων της Ακαρνανίας, της Λευκάδας και των Επτανήσων ευνοούσαν τη δημιουργία «πολιτιστικών γεφυρών» που επέτρεπαν τη ροή ειδήσεων και επαφών από τα Επτάνησα. Σημειωτέον εδώ και το ότι την οδική προσέγγιση τής Αιτωλίας και Ακαρνανίας από τις όμορες ηπειρωτικές γεωγραφικές περιοχές τη δυσκόλευε η παρεμβολή της Οροσειράς Μακρυνόρους και του Παναιτωλικού Όρους, καθώς και του Αμβρακικού Κόλπου. Γιαυτό, η περιοχή παρουσιάζει ελάχιστες δύσβατες χερσαίες συνδέσεις με τα γειτονικά γεωγραφικά διαμερίσματα της ‘‘Στερεάς Ελλάδας’’ και της ‘‘Ηπείρου’’.

   ΄Ετσι, αυτό που καθόρισε την ανθρωπογεωγραφική ενότητα της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, καθώς και την αντίστοιχη πολιτιστική ιδιαιτερότητα[12] τούτων των δύο γεωπολιτικών μορφωμάτων, ήταν τροποντινά η «κύκλωσή» της από δύσβατα βουνά και από τη θάλασσα.

 Η σύναψη ειρήνης μεταξύ Αιτωλών και Ρωμαίων το 187 π.Χ. αποτέλεσε τη βάση της υποταγής των Αιτωλών. 'Ετσι εις βάρος των Ατωλών έληξε ο «αιτωλικός πόλεμος» θραύσας την μεγάλη επικράτεια, την οποίαν είχαν δι’ αγώνων δημιουργήσει οι Αιτωλοί. Ανοίγει πλέον η πύλη για το πέρασμα στην περίοδο της υποδούλωσης στους Ρωμαίους και της ρωμαιοκρατίας στην Ελλάδα (146 π.Χ. – 610 μ.Χ.).[13]

   Από το 50 έως το 30 π.Χ. ολόκληρη η Ελλάδα και μαζί και η Αιτωλία και Ακαρνανία υφίσταται καταστροφές από τις διαμάχες επί ελληνικού εδάφους των ρωμαίων στρατηγών για τον έλεγχο της Ρώμης. Η αναστάτωση αυτή της Ελλάδος λήγει οριστικά με τη ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ. Η ίδρυση της Νικοπόλεως, το επόμενο έτος, είναι το σημαντικότερο γεγονός για την Αιτωλία και Ακαρνανία, γιατί αλλάζει η οικονομία της περιοχής, ενώ είναι γνωστή από τις πηγές η μεγάλη μετακίνηση πληθυσμών γύρω από τον Αμβρακικό προς τη Νικόπολη. Η υποχρεωτική αυτή μετοίκηση αλλοιώνει τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τόσο της Ακαρνανίας όσο και της Αιτωλίας.[14] Οι ακτές της Αιτωλίας και της δυτικής Λοκρίδος με την πόλη της Ναυπάκτου περιέρχονται στη νεοϊδρυμένη αποικία των Πατρών (Παυσανίας 7.18.8) και τμήμα του πληθυσμού της Αιτωλίας ενισχύει τη νεοϊδρυθείσα στην ΄Ηπειρο, το 30 π.Χ., Νικόπολη, στην οποία εντάσσεται διοικητικά η Ακαρνανία.[15]

    Ερχόμενοι στον πρώτον αιώνα π.Χ., και ιδιαίτερα στη διετία 57-55, σύμφωνα με τα αναφερόμενα από τον Κικέρωνα (in Pisone 37,91 και 40,96), ο Λεύκιος Καλπούρνιος Πείσων Καισώνιος, ανθύπατος της Μακεδονίας (57 μέχρι 55 π.Χ.), ως οικονομικός διαχειριστής της περιφέρειάς του, εφήρμοσε υπέρ του ιδίου συμφέροντος άπλειστη οικονομική πολιτική εις βάρος όλων των τμημάτων της Μακεδονικής διοικήσεως, ειδικά εις βάρος της Αιτωλίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Βοιωτίας, και των Αθηνών. Μάλιστα, η πλεονεξία του ανθυπάτου τούτου ηνάγκασε τότε τους ορεινούς λαούς, Δόλοπες και Αγριάνες, που κατοικούσαν τα εδάφη τα μεταξύ Θεσσαλίας, Αθαμανίας και της βορείου Αιτωλίας, να επιπέσουν, λόγω της απεγνωσμένης απορίας και εξαθλίωσής τους, επί των πόλεων, Στράτο (Ακαρνανίας), Αρσινόη (Αιτωλίας), και Ναύπακτο (δυτικής Λοκρίδος), οι οποίες είχαν τότε μια σχετική ευημερία.[16]

   Γύρω στο 48 π.Χ., είναι η περίοδος που η Αιτωλία και η Ακαρνανία βρισκόταν στη δίνη του ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου μεταξύ Πομπηϊου και Γαϊου Ιουλίου Καίσαρος.[17]

   Σε τέτοια κατάσταση βρισκόταν η Αιτωλία και η Ακαρνανία, όταν άρχισε να διαδίδεται σ' αυτή την περιοχή η νέα χριστιανική θρησκεία. Σαφείς πληροφορίες περί του τρόπου και του χρόνου εξάπλωσης του χριστιανισμού στην Αιτωλία και Ακαρνανία δεν υπάρχουν. Είναι όμως διαπιστωμένο ιστορικά και αρχαιολογικά ότι άργησε κατά πολύ να επικρατήσει, αφού μέχρι και τον 7ον αιώνα μ.Χ. αντιπαλαίει ακόμα με την ελληνική θρησκεία. Πετυχαίνει διά πυρός και σιδήρου να την υποκαταστήσει στον ελλαδικό χώρο και σφετερίζεται τους ναούς του ολυμπιακού δωδεκαθέου που υπήρχαν βέβαια και στην Αιτωλία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το εξής: στο χωριό Μόκιστα/Άγία Σοφία, στην περιοχή Απόκουρου Αιτωλίας, έχουμε δύο χριστιανικές εκκλησίες, ο Άγιος Νικόλαος και οι Ταξιάρχες: επικάθησαν επί του αρχαιοελληνικού ναού της «Αρτέμιδος Ηγεμόνης», του οποίου χρησιμοποίησαν το οικοδομικό υλικό[18]. Μετέτρεψαν έτσι τον ναό της γηγενούς Ελληνικής θρησκείας σε εκκλησία θρησκείας δανεισμένης εκ των Εβραίων[19].

   Εκ παραλλήλου, στα τέλη του 3ου χριστιανικού αιώνα άρχισαν οι εισβολές των βαρβαρικών φύλων: Κατά τον ιστορικό Σπύρο Βρυώνη, ΄Ερουλοι, Βησιγότθοι, Βάνδαλοι, Σ(κ)λάβοι [= Σκλαβηνοί], Άραβες, Βούλγαροι, Νορμανδοί, Σέρβοι, απέκτησαν κατά διαστήματα κυριαρχία στην περιοχή λεηλατώντας και αφανίζοντάς την.[20]

   Το καταστροφικό έργο των βαρβαρικών ορδών ήρθαν στη συνέχεια να ολοκληρώσουν οι σεισμοί και οι ασθένειες.[21]

   Αργότερα, ο αυτοκράτορας του βυζαντίου Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1347-1354), στο έργο του, Ιστορία, αναφέρει ότι, η Ακαρνανία, (στον 14ον αιώνα), ήταν τόσο ρημαγμένη μετά την εισβολή των Σέρβων με αρχηγό τον Στέφανο Δουσάν, που οι κάτοικοί της επέλεγαν αυτοβούλως να πωληθούν ως σκλάβοι παρά να πεθάνουν από τις κακουχίες στην πατρογονική γη.[22]

   Εμμένοντας στη βυζαντινή περίοδο, μετά τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους της Ηπείρου, το 1204, γνωστού ως Δεσποτάτον της Ηπείρου, στο οποίο ανήκε και η Ακαρνανία με το δυτικό τμήμα της Αιτωλίας, τα εδάφη αυτά έγιναν θέατρο συγκρούσεων μεταξύ Ελλήνων, Αρβανιτών (Αλβανών), Σέρβων, Ιταλών και Βουλγάρων. Τις μάχες αυτές εξιστορούν τόσον ο λόγιος και ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς (+1361) στην Ιστορία του, όσον και ο Ιωάννης ο ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1347-1354) στη δική του Ιστορία, ενώ το Χρονικό των Ιωαννίνων κατ’ ανέκδοτον δημώδη επιτομήν καταγράφει λεπτομερώς τα έργα και τις ημέρες ειδικά των Αρβανιτών (Αλβανών) μεταξύ των ετών 1341 – 1400.[23]

  Ειδικότερα, μετά το 1204, η Αιτωλο-Ακαρνανία έγινε ο νοτιοδυτικός προμαχώνας του Δεσποτάτου της Ηπείρου με τα κάστρα της Ναυπάκτου, του Αγγελοκάστρου, του Βλοχού και της Βόνιτσας.[24]  

(6)  Από τη Βυζαντιοκρατία στη Φραγκοκρατία

       Μετά τήν κατάληψη τής Κωνσταντινουπόλεως υπό τών Λατίνων Σταυροφόρων τής Δ΄ Σταυροφορίας, το 1204, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διασπάσθηκε σε μεγαλύτερες ή μικρότερες φεουδαρχικές πολιτείες. Το ελλαδικό γεωγραφικό διαμέρισμα που σήμερα καλείται ‘‘Δυτική Στερεά’’ μέχρι και της Ναυπάκτου περιλήφθηκε στην επικράτεια του γεωπολιτικού μορφώματος γνωστού, άνευ αποχρώντος λόγου, ως  Δεσποτάτο της Ηπείρου.[25]

  Ειδικότερα, μετά το 1267 ή 1268, έτος που πέθανε ο Μιχαήλ Β΄ «άρχοντας της Ηπείρου και τής Θεσσαλίας» (κατά περιγραφήν τού Γρηγορά), σύμφωνα με τη διαθήκη που αυτός άφησε, μοιράσθηκαν οι κτήσεις του μεταξύ των δύο γυιών του, τού Νικηφόρου και τού νόθου Ιωάννη Δούκα: Ο Ιωάννης Δούκας κληρονόμησε εκείνο το τμήμα της βόρειας και κεντρικής Ελλάδας με όρια προς βορρά το όρος Όλυμπος και προς νότο το όρος Παρνασσός. Ο Νικηφόρος έλαβε εκείνο το τμήμα της βορειοδυτικής Ελλάδας, γνωστό τότε ως «παλαιά Ήπειρος»: περιελάμβανε τις χώρες, των Θεσπρωτών, των Δολώπων, των Ακαρνάνων, μέρος της χώρας των Αιτωλών, καθώς επίσης τη δυτική Λοκρίδα ως τη λοκρική πόλη Ναύπακτο, και τα νησιά Κέρκυρα, Κεφαλληνία και Ιθάκη. Είχε, δηλαδή, δυτικά όρια το Αδριατικό και το Ιόνιο Πέλαγος, βόρεια τα όρη που ήταν γνωστά ως Πίνδος και Ακροκεραύνιον, ανατολικά την πόλη Ναύπακτο κειμένη στα ανατολικά του ποταμού Αχελώο, και νότια την Κέρκυρα και την Κεφαλληνία.[26] Ο Γρηγοράς[27] είναι προσεκτικός στον καθορισμό τής περιοχής δικαιοδοσίας τού νέου ‘‘δεσπότη’’/κυβερνήτη ως Παλαιάς Ηπείρου, της περιφέρειας που κάλυπτε το παλιό γεωγραφικό «θέμα της Νικοπόλεως», που επεκτεινόταν από τα Ιωάννινα προς βορρά και τη Ναύπακτο προς νότο, με πρωτεύουσά της τήν Άρτα. Η νέα Ήπειρος, η χώρα βορείως του ακρωτηρίου Ακροκεραύνιον και της παραλίας της Αυλώνος που περιλαμβανόταν στο παλιό γεωγραφικό «θέμα του Δυρραχίου», δεν ήταν πια μέρος του ‘‘δεσποτάτου της Ηπείρου’’.[28] Ο Νικηφόρος νυμφεύθηκε το 1265 την Άννα, ανιψιά τού αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282), ο οποίος τού είχε επιβεβαιώσει το δικαίωμα στον τίτλο τού δεσπότη[29] (= κοσμικού κυβερνήτη). Η Άννα Παλαιολογίνα ήταν η τρίτη κόρη τού Ιωάννη Καντακουζηνού και της Ειρήνης ή Ευλογίας, της αγαπημένης αδελφής τού Μιχαήλ Η΄. Η Άννα ήταν αφοσιωμένη στα συμφέροντα τής οικογένειάς της στήν Κωνσταντινούπολη και έψαχνε να βρει τρόπους να τα συνδυάζει μ’ εκείνα τού συζύγου της στην Ήπειρο.[30] Αναμφίβολα, χάρη σ’ αυτή και τη κυρίαρχη και συχνά κατευναστική επιρροή της στις υποθέσεις της Ηπείρου, ο Νικηφόρος παρέμεινε για τα επόμενα σαράντα χρόνια σε ειρήνη. Όμως, μετά το 1279, λόγω διαφόρων ιστορικών γεγονότων, ο Νικηφόρος γίνεται ουσιαστικά ένας υποτελής και υπήκοος του Καρόλου Ανζού βασιλιά της Νεαπόλεως και της Σικελίας και αποφασισμένου εχθρού της παλινορθωμένης βυζαντινής αυτοκρατορίας, μέχρι που ο Ανζού πέθανε τον Ιανουάριο του 1285. Δηλαδή, το δεσποτάτο της Ηπείρου είχε διακηρυχθεί πως ήταν μια αποικία του ανδεγαβικού βασιλείου της Νεαπόλεως σε μεγάλο βαθμό υπό τους ιδίους όρους όπως το πριγκιπάτο της Αχαΐας, αν και βρισκόταν υπό την εξουσία του ντόπιου κυβερνήτη του. Ο γυιός και κληρονόμος τού Καρόλου Ανζού Κάρολος Β΄ ήταν αιχμάλωτος των Αραγονίων μέχρι τον Ιούλιο του 1289. Η δύναμη και οι αξιώσεις του βασιλικού οίκου των Ανζού επρόκειτο επομένως να περιοριστούν πλέον.[31]

   Έκτοτε, το προαναφερθέν γεωγραφικό διαμέρισμα εκ της χώρας της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας έγινε ο νοτιοδυτικός προμαχώνας του ‘‘Δεσποτάτου της Ηπείρου’’[32] με τα κάστρα, της Ναυπάκτου[33], του Αγγελοκάστρου[34], του Βλοχού[35] και της Βόνιτσας[36].  

   Συνακόλουθα, φιλόδοξοι ηγεμόνες, διαφόρων εθνικοτήτων, συγκρούονται μεταξύ τους, διεκδικώντας τα εδάφη των καστροπολιτειών αυτών, τα κυβέρνησαν και τα καταδυνάστευσαν. Συγκεκριμένα, μετά τους Έλληνες χωροδεσπότες ακολουθούν οι Σέρβοι ηγεμόνες κι αυτούς τους διαδέχονται οι Αρβανίτες (Αλβανοί). Γνωστές είναι οι ερημώσεις χωριών της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας στη διάρκεια του πρώτου μισού του 14ου αιώνα.[37]  Συγκεκριμένα, μία από τις πλέον δραματικές σελίδες της ιστορίας της Αιτωλίας και Ακαρνανίας είναι οι καταστροφές που προκάλεσαν οι οργανωμένες εισβολές των Αρβανιτών (Αλβανών) στα εδάφη της, υπό την καθοδήγηση της μεγάλης αρβανίτικης οικογένειας των Μπούα, κυρίως στη πεντηκονταετία 1350-1400, κατά τον  Σπύρ. Ασωνίτη.[38]

   Μετά το 1408, υπό την ηγεσία του Καρόλου Α΄ Τόκκου (1405 ή 1408 - 1429), τον έλεγχο της περιοχής της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας πήρε ο Ναπολιτάνικος Οίκος των Τόκκων, που ήσαν κόμητες της Κεφαλληνίας και της Λευκάδος. Αυτοί οι νέοι Ιταλοί κυρίαρχοι, οι Τόκκοι, στην περίοδο 1408-1448, έμελλε να παίξουν σημαντικό ρόλο σ’ αυτούς τους τελευταίους χρόνους της μεσαιωνικής Ηπείρου και της Δυτικής Ελλάδας και πιο συγκεκριμένα της Αιτωλίας & Ακαρνανίας.[39]

(7)  Από τη Λατινοκρατία στην Τουρκοκρατία

       Στην περίοδο 1385-1479, η περιοχή της σημερινής Αιτωλίας και Ακαρνανίας πέρασε στους Τούρκους, τους οποίους κάλεσαν οι διάδοχοι του Καρόλου Β΄ Τόκκου (1429-1448), προκειμένου -οι Τούρκοι- να τους συνδράμουν στρατιωτικά Αλλά και ολόκληρη η ‘‘Στερεά Ελλάς’’ παρέμεινε υπό τους Οθωμανούς μέχρι της εθνικοαπελευθερωτικής των Ελλήνων Επαναστάσεως του 1821.[40]

   Εξαίρεση αποτελεί η βραχεία περίοδος της Βενετοκρατίας στη Δυτική (1684-1699) και Κεντρική Στερεά (1687-1699), η υπ’ αυτών τών Βενετών κατοχή τής Ναυπάκτου από 1687 μέχρι 1701,[41] ως και η μακρά κατοχή υπό των Βενετών της Βονίτσης[42] και της Αγίας Μαύρας (1684-1797)[43]. Σύμφωνα με την ειδική επί του θέματος αυτού έρευνα της Ελένης Γιαννακοπούλου[44], αρχή των εξελίξεων τούτων υπήρξε το γεγονός ότι οι Τούρκοι, κατά το 1683, κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Liga και (στις 12-9-1683) επετέθησαν κατά της Βιέννης.[45] Οι Βενετοί εθεώρησαν τότε κατάλληλη την περίσταση για την ανάκτηση των παλαιών εδαφών των.[46] Στα πλαίσια αυτά, μετά την παράδοση της Λευκάδος[47] στους Ενετούς τον Αύγουστο του 1684, οι ‘‘πρόκριτοι’’ Ξηρομέρου και Βάλτου, (δηλ. οι ‘‘πρόκριτοι’’ των δύο γεωγραφικών διαμερισμάτων που συναπαρτίζουν τη χώρα της Ακαρνανίας), έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή στα Βενετικά όπλα,[48] τα οποία προήλαυνον νικηφόρα στην ενδοχώρα της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας. Ώστε, λήγοντος του 1684, υπέκυψαν στους Ενετούς διαδοχικώς πρώτο το Δραγαμέστον[49] (παράλια πόλη στο Ξηρόμερο Ακαρνανίας, νυν Αστακός)  – κατά τον Αύγουστο[50] -, κατόπιν το Ζαπάντι (Μεγάλη Χώρα), το εγγύς αυτού Βραχώρι (Αγρίνιο), η Uva (Γουριά(;)[51]), - κατά Σεπτέμβριον - .  ακολούθως υπέκυψαν το Μεσολόγγι και το Ανατολικόν (Αιτωλικόν)[52] με προσφορά εθελουσίας εισφοράς 4.000 ρεαλίων .  και στη συνέχεια υπέκυψε η Βόνιτσα.  

   Οι Βενετοί έχοντες ήδη την επιστασία τού Αμβρακικού[53], προέβησαν ευθύς αμέσως στη διοικητική οργάνωση της νεοκατακτηθείσας περιοχής: Διαίρεσαν τη χώρα σε δύο territoria[54], των σαράντα χωρίων έκαστον: το ‘‘Δυτικόν της Βονίτσης’’, τερματίζον στο Άκτιον, [καθώς] και το ‘‘Ανατολικόν του Ξηρομέρου’’, περατούμενον εις τον Αχελώον. Επί κεφαλής της διοικήσεως ετέθησαν δύο προβλεπταί εδρεύοντες εις την Αγίαν Μαύραν (= Λευκάδα), ο Lorenzo Veniero, Straordinario και ο Philippo Mario Paruta, Ordinario[55], ενώ την ηγεσία των στρατιωτικών επιχειρήσεων επισήμως είχε αναλάβει από του Νοεμβρίου του 1684, ως επιθεωρητής Ξηρομέρου και Βάλτου ο Angello Della Decima[56].

    Ο αγώνας συνεχιζόταν ιδιαιτέρως στο Ξηρόμερο (= νότιο μισό Ακαρνανίας), όπου πυκνές επιδρομές επιχειρούσαν οι Τούρκοι κατερχόμενοι ή ορμώμενοι εκ Ναυπάκτο. Τελικά όμως η Ναύπακτος υπέκυψε στους Βενετούς μετά την οριστική κατάκτηση Πατρών – Ρίου κατά το 1687. Συμπληρώθηκε έτσι η Βενετική κατοχή στη ‘‘Δυτική Στερεά’’. Η διοικητική οργάνωση των νεοκατακτημένων υπό των Βενετών εδαφών που εγκαιάσθηκε το 1684 διευρύνθηκε: Η Δυτική Στερεά μετά της Λευκάδος υπήχθη στη δικαιοδοσία του Γενικού Προβλεπτού τριών νήσων, στις οποίες προστέθηκε και η Λευκάδα. (Προβλεπτής ήταν τότε ο Ανδρέας Navagero). Είχαν την έδρα τους ωσαύτως δύο έκτακτοι προβλεπτές, ο ένας στη Ναύπακτο με εξουσία επί του Βενέτικου, Αποκούρου, Κραββάρων, Λιδωρικίου και Βιτρινίτσας και ο άλλος εις την Αγίαν Μαύραν, στην οποία υπαγόντουσαν οι περιοχές Μεσολογγίου, Αγγελοκάστρου και Καρπενησίου, υποχρεούμενες στην καταβολή της δεκάτης, ως φόρου, εις το εκεί ταμείον.[57]

   Η στενά εισπρακτική πολιτική των Βενετών Διοικητών Ναυπάκτου – παλιά άλλωστε αρχή των κατακτητών – για την αφαίμαξη των οικονομικών πόρων από τα νεοκατακτημένα εδάφη[58] είναι εμφανής στις ιστορικές πηγές[59]: προκύπτει η εικόνα ενός επαχθούς φορολογικού καθεστώτος, όχι μόνο για τα ποσά της είσπραξης και τις πυκνές και ετερόκλητες φορολογικές απαιτήσεις, αλλά και για την ωμότητα και απληστία των φοροεισπρακτόρων από την οποία δεν εξαιρούνται και τα πρόσωπα της βενετικής διοίκησης. Έτσι οι στρατιωτικοί επιθεωρητές και έφοροι και συγχρόνως συλλέκτες των φόρων Βάλτου και Ξηρομέρου Angello della Decima, Georgio Mormori και Anastasio Metaxa μνημονεύονται στις πηγές όχι μόνο για βιαιοπραγίες και εκφοβισμούς των πληθυσμών, αλλά και για φορολογικές «ατασθαλίες» σε βάρος τους: εισέπρατταν περισσότερα από τα κεκανονισμένα και κατέθεταν στο ταμείο λιγότερα, ιδιοποιούμενοι τη διαφορά.[60] Για τον τελευταίο μάλιστα από τους διοικητές Αναστάσιο Μεταξά που είχε έδρα του το Αιτωλικό διαμαρτύρονταν έντονα οι δημογέροντες Αιτωλικού και Ξηρομέρου και τον κατηγορούσαν δριμύτατα για εκβιασμούς και αρπαγές, ενώ ταυτόχρονα απειλούσαν με απεμπόληση της βενετικής προστασίας, εγκατάλειψη των βενετικών εδαφών και προσχώρηση στους Τούρκους.[61] Κατά τη διάρκεια επίσης των πολεμικών επιχειρήσεων η συμπεριφορά των διοικητών εξόργιζε τους πληθυσμούς. Περνούσαν από την ενδοχώρα «τρώγοντας και πίνοντας και διαγουμίζοντας τους πτωχούς».[62] Για τα «πολλά κακά των κολονέλων» εις βάρος των Ελλήνων υποτελών μαρτυρούν οι αναφορές των κατοίκων προς τους Προβλεπτές.[63]  

      Αλλά και σε έγγραφο εκ των αρχείων της Βενετίας, που μελέτησε η Ελένη Γιαννακοπούλου[64], εμπεριέχεται πίνακας με τα ονόματα των οικισμών και των χωριών της Ναυπακτίας και του Απόκουρου, για την πριν από το 1700 περίοδο της Τουρκοκρατίας, και ειδικότερα για την περίοδο της β΄ βενετοκρατίας στη Στερεά Ελλάδα (1684-1699), που και η περιοχή Ναυπακτίας, Κραβάρων και Αποκούρου υπάγονταν στη δικαιοδοσία των Βενετών και το 1696 διοικούνταν από τον προβλεπτή Ναυπάκτου Leonardo Querini. Αυτού του προβλεπτή Ναυπάκτου Leonardo Querini θύματα άγριας φορολογικής εκμετάλλευσης πίπτουν οι κάτοικοι Κραβάρων, Αποκούρου και Λιδωρικίου. Γιαυτό και την καταγγέλουν σε δύο αναφορές τους προς τον Provveditor General Da Mar εξ ονόματος όλης της κοινότητας οι ιερείς και δημογέροντες της Ναυπάκτου (1696), αλλά και άλλα πρόσωπα συνεργαζόμενα με τους Βενετούς, όπως ιερείς και δημογέροντες της Μπροστοβάς και ο φρούραρχος της Περίστας.[65]

   Ο Προβλεπτής αυτός εκτός από την καταστρατήγηση ολοκληρωτικά της φορολογικής κλίμακας επέβαλε και αυθαίρετες εισφορές ατομικά ή συλλογικά και καταπίεζε με κάθε μέσο τους υπηκόους της περιφερείας που βρίσκονταν σε απόγνωση.[66]

   Συμμέτοχοι στο τυραννικό καθεστώς του Querini και των άλλων προβλεπτών ήσαν φοροεισπράκτορες τοπάρχες και καπετάνιοι.[67]

   Για την πάταξη της φοροδιαφυγής οι προβλεπτές διόριζαν καπετάνιο «ο οποίος να επαγρυπνή εις την ακριβή τήρησιν των αναληφθεισών υποχρεώσεων υπέρ των συμφερόντων τού πρίγκιπος…».[68] Αξιοσημείωτο είναι ότι ο νέος καπετάνιος έπαιρνε τον μισθό του από τις συνδρομές των υπηκόων.[69]

   Η βενετική κατοχή επ’ αυτών των ως άνω περιοχών δεν είχε βεβαίως παγιωθεί, διότι ενίοτε επανήρχοντο οι περιοχές αυτές στη διάκριση των Τούρκων, (ως το 1688, ένεκα απασχολήσεως των ενετικών στρατευμάτων εις την πολιορκία της Χαλκίδος).[70] Οι Τούρκοι κάνοντας επιδρομές απαιτούσαν το χαράτσι. Μάλιστα, εξαπέλυσαν προς είσπραξη του χαρατσίου αυτού τον φοβερό εξωμότη Μανιάτη πειρατή, Λυμπεράκη Γερακάρη, με την εντολή να διοικήσει την από των Αθηνών μέχρι Λευκάδος χώρα, έχοντας αυτή τη χώρα και πεδίο δράσης του.[71] Η βαρβαρότητα και οι αυθαιρεσίες και οι πλέον απίθανοι καταναγκασμοί του σώματος του Γερακάρη εις βάρος των πληθυσμών της Ευρυτανίας[72], του Βραχωρίου, του Αιτωλικού, του Μεσολογγίου, της Ναυπάκτου,[73] των Σαλώνων και του Λιδωρικίου για την είσπραξη του χαρατσιού και τη διακοπή των εισφορών προς τους Βενετούς[74] περιγράφονται με αποτροπιασμό στις αναφορές των κατοίκων: «Αι σύγχυσαις του ακαταστάτου και μιαρού Λυμπερίου και τα κακά και ο αιχμαλωτισμός των Χριστιανών είναι ανυπόφορα… Εγύρισε πάλιν εις τα χωρία του Βραχωριού και της Κατοχής και εσκλάβωσε 300 Χριστιανούς χωρίς εκείνους που εφονεύθησαν»[75].

   Ο Λυμπεράκης εισέπραττε εκτός από το τουρκικό χαράτσι και διπλές εισφορές ή ποσά αυθαίρετα για τον εαυτό του.[76] Από τα χωριά της Ναυπακτίας ζητούσε 200 κάδους σιταριού, 100 κάδους κριθαριού και 100 πρόβατα.[77] Απαιτούσε επίσης ζωοτροφές για τις ανάγκες του σώματός του και εξηνάγκασε τους κατοίκους να ναυπηγήσουν προς χάρη του στολίσκο στον Πατραϊκό Κόλπο.[78] Παρά τις εφιαλτικές πιέσεις οι κάτοικοι αποτολμούσαν να αρνούνται την πληρωμή χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες.[79]

   Ιδιαίτερη επώδυνη για την περιοχή της Ναυπακτίας υπήρξε η περίοδος 1691-1693 που η δράση του Γερακάρη κορυφώνεται. Στα 1691 ο Γερακάρης με 2000 Τούρκους και ένα σώμα από Σκλαβούνους μισθοφόρους εξαπέλυσε φοβερή επιδρομή και με σφαγές και λεηλασίες έφθασε στα πρόθυρα της πόλης της Ναυπάκτου. Η εκστρατεία των Τούρκων το 1692, με στόχο την άλωση της Ναυπάκτου είχε ως αποτέλεσμα την πολεμική ένταση και την έξαρση της καταδρομής. ¨Ετσι η γύρω από τη Ναύπακτο περιοχή βρισκόταν στη διάκριση των Τούρκων, το Ξηρόμερο «un paeso aperto» χωρίς φρούρια, ιδιαίτερα ευάλωτο λόγω και της συγκυριαρχίας Βενετών και Τούρκων δεχόταν τις συνέπειες από τη στρατοπέδευση, το Λιδωρίκι πιεζόταν ασφυκτικά από τον Γερακάρη και στον κόλπο της Ναυπάκτου καταδρομείς υπό τη σημαία των Βενετών με επίκεντρο τις νησίδες του Κορινθιακού λυμαίνονταν την περιοχή. Αυτή την περίοδο η αφαίμαξη των πληθυσμών από τον Γερακάρη και τον αδελφό του Γεώργιο δε γνώρισε προηγούμενο.[80]

   Αλλά πλην των επιδρομών του Γερακάρη στη Δυτική Στερεά, ο χώρος της Αιτωλίας και Ακαρνανίας ελυμαίνετο, εκ παραλλήλου, αφενός εκ των ληστρικών ανταγωνισμών των Σκλαβούνων, λιποτακτών του Ενετικού στρατού, με αρχηγό τους τον Κολονέλλο Λουντορέκα, του οποίου τα ίχνη διασώζονται ακόμη σήμερα σε κτητορικές επιγραφές των μοναστηριών Αγίας παρασκευής Αιτωλικού (1698) και Αγίου Γεωργίου Σιβίστας επί του βουνού Αρακύνθου (1696),[81] γιατί φορολογούσαν επιπλέον τους κατοίκους. Αφετέρου, ο χώρος ελυμαίνετο από τις επιδρομές καταδρομικών λαφυραγωγικών σωμάτων εκ της Πελοποννήσου, καθώς και από τυχοδιώκτες Αλβανούς: αυτά τα σώματα δρούσαν κάτω από Ενετική αιγίδα (partitarii ή partitanti) και λεηλατούσαν την τουρκική επικράτεια.[82]    

   Κατά το 1692, η οξύτητα των συγκρούσεων έφτασε στο έπακρο. Διότι είχε εξαγγελθεί η κατά τον Αύγουστον πραγματοποιηθείσα κάθοδος του Χαλίλ Πασά προς κατάληψη της Ναυπάκτου. Και τα παράλια του Ξηρομέρου καταληστεύονταν: πρώτον από τους καταδρομείς που στέλνονταν εσκεμμένα υπό των Ενετών, για να τρομοκρατούν τους πληθυσμούς ώστε να παρεμποδίζουν την προσχώρησή τους στους κατερχόμενους Τούρκους. Δεύτερον υπέφεραν από τον Γερακάρη που επέδραμε στο Ξηρόμερο και απαιτούσε τους φόρους. Τρίτον, υπέφεραν υπό Κεφαλλήνων και Ζακυνθίων, που μετέφεραν ζωοτροφές στο στρατόπεδο του Σερασκέρη. Η ζοφερότητα της καταστάσεως εικονίζεται στις αναφορές των βενετών Προβλεπτών.[83] 

   Γράφει ο Ventramin εκ Ναυπάκτου στους Βενετούς: «Μετέβην προς επίσκεψιν του Ξηρομέρου, κατά μήκος των ακτών, όπου είδα να προσέρχωνται ενώπιόν μου οι λαοί εκείνοι και να μου εκθέτουν διά των ιερέων και δημογερόντων τα όσα κακά υφίστανται από τους παρτιζάνους, οι οποίοι πολυειδώς και πολυτρόπως τους τυραννούν και τους αρπάζουν τα υπάρχοντα. Μου παρουσίασαν την κατάστασιν με τα μελανώτερα χρώματα. Ευρίσκονται εις τελείαν απόγνωσιν».[84]

   Και κατά το προηγούμενον έτος (13.6.1691), ο Γενικός Προβλεπτής εξέθετε προς τον Δόγη της Βενετίας τα παράπονα των κατοίκων της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, διότι κατέβαλλαν εισφορές όχι μόνο στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία, αλλά και στους Τούρκους, και στον Λυμπεράκη, και στον οπλαρχηγό των Βενετών Ηλίαν και στους παρτιζάνους του. Η κάθοδος, τέλος, του Χαλίλ Πασά προς κατάληψη της Ναυπάκτου και η διέλευσή του από εκείνα τα μέρη επεσφράγισε τα δεινά των κατοίκων και επέφερε την τελειωτική αφαίμαξη του δυναμικού των, διά της επιβολής εκτάκτων φορολογιών και εισφορών και της αναγκαστικής προσφοράς ζωοτροφών.[85]

  Συνάμα, η σπουδαιότητα τών πρό τής Οθωμανικής κατάκτησης αστικών κέντρων, η στρατηγική τους σημασία και η σε διαφορετικό χρόνο συντελεσθείσα κατάκτηση αυτών υπό των Τούρκων, επέδρασαν πολύ στη διαμόρφωση των Οθωμανικών διοικητικών περιφερειών, ως π.χ. το ‘‘σαντζάκ(ιον) Κάρλί Ελί (Κάρλελι [Αιτωλ/νία])’’ και το ‘‘σαντζάκ(ιον) Ναυπάκτου’’.

 



 

 

Βιβλιογραφικές παραπομπές

 

[1] Tην ανάγκη συνειδητοποίησης του παρόντος από το παρελθόν και της κατανόησης του παρελθόντος από το παρόν ιδιαίτερα επισημαίνει ο Marc Bloch στο βιβλίο του "To Eπάγγελμα του Ιστορικού". Πρβλ.: Γιαννόπουλος  Ιωάν., Δοκίμια Θεωρίας και Διδακτικής της Ιστορίας, (1997), σσ. 48-51. –Άνταμ Σάφ (Adam Schaff), Ιστορία και αλήθεια, (τίτλος πρωτοτύπου: Historia I Prawda, 1969, μετάφρ. Δημ. Δαούλας, εκδ. «Κέδρος», 1978), σ. 117: «Η ιστορία δεν είναι ποτέ περατωμένη, δεν μπορούμε ποτέ να πούμε ότι τελειώσαμε την εργασία γύρω απ’ αυτή, εφόσον αποτελεί πάντα μια απάντηση σε σημερινά προβλήματα κι επομένος υπάγεται σε μεταβολές».

[2] Σχετική βιβλιογραφία: -Λεοντσίνης Γεώργ., Διδακτική της Ιστορίας. Γενική-Τοπική Ιστορία και Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, (1996), σ. 13.  Άλλη σχετική βιβλιογραφία: -Λέβιτ Καρλ, Το Νόημα της Ιστορίας, (1985). -Le Goff J. & Nora Pierre, Το έργο της Ιστορίας, τόμοι 1-3, (εκδ. Ράππας, Αθήνα 1981, 1983, 1988). -Λεοντσίνης Γεώργ., Τοπικές Ιστορικές Σπουδές και Μελέτη του Περιβάλλοντος, (εκδ. Παν/μίου Αθηνών, 1990). -Λεοντσίνης Γεώργ., Τοπική Ιστορία και Περιβάλλον, (Αθήνα 1991). -Ασδραχάς Σπυρ., (1982), Ιστορική 'Ερευνα και Ιστορική Παιδεία. Πραγματικότητες και προοπρικές, (Ε.Μ.Ν.Ε.-ΜΝΗΜΩΝ, 1982). -Ασδραχάς Σπυρ., (1983), Ζητήματα Ιστορίας. (1983). -Barraclough G., Eισαγωγή στη σύγχρονη ιστορία, (μετάφρ. Τάκη Καϊση, Αθήνα 1972). -Βέϊκος Θεόφιλος, (1987)  Θεωρία και Μεθοδολογία της Ιστορίας. (1987). -Γκοφ (Ζακ Λε), Ιστορία και Μνήμη. (εκδ. ΝΕΦΕΛΗ). Αθήνα 1998. -Dosse Francois, Η Ιστορία σε ψίχουλα. Από τα Annales στη "Νέα Ιστορία", (μτφρ. Αγγ. Βλαχοπούλου, Πανεπιστημ. Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1993). -Encyclopedie de la Pleiade, Ιστορία και Μέθοδοί της, τόμοι 1-6, (Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1979-1989). -'Ιγγερς  Γκέοργκ, (1991), Νέες Καταευθύνσεις στην Ευρωπαϊκή Ιστοριογραφία, (1991). -'Ιγγερς  Γκέοργκ, (1997), Η Ιστοριογραφία στον 20ό αιώνα, (Νεφέλη), Αθήνα 1999. -Ιμβριώτη Ρόζα, Παιδεία και Κοινωνία. Αθήνα 1985. -Κάρρ Ε. Χ., Τί είναι η Ιστορία; (μτφρ. Φρίντας Λιάππα, 1974). -Σβορώνος Νίκος, «Τάσεις και προοπτικές της σύγχρονης  ιστοριογραφίας», ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ (της ΠΕΦ), 9, 1988, σσ. 14-21. -Σκουλάτος Βασ., (1980), «Η Διδασκαλία της Ιστορίας και η Ανθρώπινη Καλλιέργεια», ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ 13 (1980), σ. 67-76. -Σκουλάτος Βασίλειος, (1985), «Η διδασκαλία της Ιστορίας του 20ου αιώνα στη Μέση Εκπαίδευση», ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ 36  (1985), σ. 153-165. -Σκουλάτος Βασ., (1987), «Ο άνθρωπος και η Ιστορία», ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ 44 (1987), 137-146. -Σκουλάτος Βασίλειος, (1991), «Ιστορική μνήμη και εκπαίδευση», ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ, 57, 1991, σ. 158-169. –Νεραντζής Ιωάννης, Φιλολογώ και διδάσκω, (εκδόσεις «Carpe diem», Ιωάννινα, 2009), το κεφάλαιο ‘‘Διδακτική της ιστορίας’’, σ. 263-316.

[3] Η συνειδητή αντιμετώπιση με ιστορικό μάτι της σύγχρονης φάσης του ζητήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας, - ζήτημα που το έφερε στην πρώτη γραμμή επικαιρότητας η επί δεκαετία (2000-2009) επιδίωξη της Μονής Βατοπεδίου Αγίου Όρους να αποκτήσει ακίνητη περιουσία τού Ελληνικού Δημοσίου, μέσα από υπόγειες διαδρομές που κατέληγαν σε έναν λαβύρινθο πολιτικών, οικονομικών, δικαστικών, εκκλησιαστικών, διαπλοκών και αντίστοιχων παράνομων δοσοληψιών μεταξύ ανωτάτων λειτουργών της Εκκλησίας, της Πολιτείας, του Κοινοβουλίου, της Δικαιοσύνης και των Διοικητικών Υπηρεσιών του Κράτους μας διαφωτίζει σχετικά και με το ζήτημα αυτό στο παρελθόν.

[4] Είναι η αντίστοιχη περίπτωση με αυτή του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, που με την κινηματογραφική ταινία του, Ο Θίασος, (1974), εισάγει στην υπόθεση του έργου του τη διάσταση της ιστορίας ως συλλογικής μνήμης, διαμορφώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο μία Τρίτη ιστορία ανάμεσα στην επίσημη και την αντίθετή της. –Αυτό το επισημαίνει θαυμάσια η Μαρία Πάλλα, «Η συλλογική μνήμη: ένας «Θίασος» - μιά εστία ιστορίας», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τόμ. Β΄, τχ. 3, Μάϊος 1985, (σσ. 207-215), σ. 207.

[5] Βλ.: -Ασδραχάς Σπύρ., Ζητήματα Ιστορίας, (Αθήνα, ‘‘Θεμέλιο’’, 1983). -Πάλλα Μαρία, «Η συλλογική μνήμη: ένας «Θίασος» - μιά εστία ιστορίας», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τόμος δεύτερος, τχ. 3, Μάϊος 1985, (σ.σ. 207-215), σ. 215.

[6] Ruggiero Romano, «Η αμφίδρομη πολιτισμική μεταφορά: κάποιες αμφιβολίες», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τόμος 13ος, τχ. 24,25, Ιούν., Δεκ., 1996, (σ.σ. 3-12), σ. 3.

[7] Για γενικότερη ενημέρωση, δες: Ruggiero Romano, Πού οδεύει η ιστορία; Αναζητήσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, (Αθήνα, ΕΜΝΕ-Μνήμων, 1988), σ. 45-64 και 83-94.

[8] Για τον όρο εθνοϊστορία, δες: N. Wachtel, Le retour des ancetres, (Παρίσι, 1910).

[9] Ruggiero Romano, «Η αμφίδρομη πολιτισμική μεταφορά: κάποιες αμφιβολίες», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τόμος 13ος, τχ. 24,25, Ιούν., Δεκ., 1996, (σ.σ. 3-12), σ. 12. Δες και: –Κέρκυρα, μια μεσογειακή  σύνθεση: νησιωτισμός, διασυνδέσεις, ανθρώπινα περιβάλλοντα, 16ος-19ος αι., Επιμέλεια: Αλίκη Νικηφόρου, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Κέρκυρα, Πολιτιστικός σύλλογος «Κόρκυρα», 1998. –Κοσμάτου Ευτυχία, «Ζητήματα τοπικής ιστορίας: Βιβλιοκρισία αυτού του τόμου με τα Πρακτικά του Συνεδρίου για τη μεσογειακή σύνθεση της Κέρκυρας», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τόμος 16ος, τχ. 31, Δεκ., 1999, σσ. 500-505. –Γουναρίδης Πάρις, «Το Βυζάντιο στη σημερινή καθημερινότητα», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τόμος 16ος, τχ. 31, Δεκ., 1999, σσ. 447-454.  

[10] Δαμιανάκος Στάθης, Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, («Πλέθρον», 1987), σ. 26.

[11] Δες αναλυτικά περί αυτού, Δαμιανάκος Στάθης, ό.π., σ. 23-39, και κυρίως σ. 38-39.

[12] Για την πολιτιστική ιδιαιτερότητα ειδικά της Ακαρνανίας στους μεσαιωνικούς και οθωμανοκρατούμενους χρόνους δες: Παπατρέχας Γεράσ., «Ο Βελανιδιώνας του Ξηρομέρου», Στερεά Ελλάς, τχ. 161, Νοέμβριος 1982, σ. 12/332 – 13/333. Για την περιοχή των Κραβάρων (ορεινής Ναυπακτίας), δες: Καναβός Κ., «Από την ιστορία των Κραβάρων», Στερεά Ελλάς, τχ. 160, Οκτώβρ. 1982, σ. 8/296 – 11/299, και τχ. 161, Νοέμβριος 1982, σ. 14/334 – 16/336.

[13] Δες: Νεραντζής Ιωάν., Η Χώρα των Αιτωλών, (διδακτορική διατριβή, 2001 [2003]), σ. 31-39. -Grainger John, The League of the Aitolians, (1999), σσ. 499-530. -Καρύτσας Ι.,  Β., Η Ομοσπονδιακή Αιτωλική Πολιτεία και το αρχαίο Θέρμο, (1996), σσ. 68, 104-130, 175, 232-299, 365, 393, 445, 507, 512, 535. -Στεργιόπουλος Κ, Η Αρχαία Αιτωλία, (1939), σ. 154. -Hammond  N. G. L., Griffith G. T., Walbank F. W., Ιστορία της Μακεδονίας, (τ. Α΄ 1972, τ. Β¨ 1979, τ. Γ΄ 1988, σε ελληνική μετάφρ.: Γ. Φωτιάδης, Θ. Γεωργιάδης, Αλ. Κοσματόπουλος, Μίνα Παιδαράκη, Κατερ. Σαρακώτση, Φρειδερίκη Σιδηροπούλου, και γενική επιμέλεια Θαν. Γεωργιάδης, εκδόσ. Μαλιάρηςπαιδεία», Θεσσαλονίκη  1995), τ. Γ’ (1988), σ. 487-506. -Scholten (Joseph Bernard), The Politics of Plunder: Aitolians and their Koinon in the Erarly Hellenistic Era, 279-217 b.C., (2000), σσ. 229-233. Χέρτσβεργ Γουσταβ. Φρειδερ., Ιστορία της Ελλάδος επί της Ρωμαϊκής κυριαρχίας,, τόμος Α’, (1902), σ. 541. Πρβλ.: Momsen Th., Romische Geschichte, τ. 3ος, σ. 287.

[14] Δες: -Νεραντζής Ιωάν., Η Χώρα των Αιτωλών, (2001), σσ. 47-54. -Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σς. 64-72. -Νεραντζής Ι., «Μνημειακή Τοπογραφία Ναυπάκτου στους Ρωμαϊκούς και Παλαιοχριστιανικούς Χρόνους: Οικιστικά, πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά τεκμήρια», Πρακτικά Β' Επιστημονικού Συνεδρίου: Η Ναύπακτος και η περιοχή της κατά τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (325-1821), Ναύπακτος 17-19/10/1997 = ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 10ος, ημίτομος 2ος , (2001), σσ. 81-85, και 102. -ΑΔ  28 (1973): Χρονικά, σ. 395. -Πετρόπουλος Μ., «Η Αιτωλοακαρνανία στη Ρωμαϊκή Περίοδο», ΠΡΑΚΤΙΚΑ Α' ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ, Αγρίνιο 21-23/10-1988 [1991], σσ. 93-125. -Tsangari  Dimitra, Corpus des monnaies d’or, d’argent et de bronze de la Confederation Etolienne, (Diss., Paris 2002 [Athenes 2007]), σσ. 10-36. -Purcell N., «The Nicopolitan Synocism and Roman Urban Policy», ΠΡΑΚΤΙΚΑ Α' ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΟΠΟΛΗ, Πρέβεζα 23-29/9/1984 [1987], σσ. 78-82. –Καραγιάννη-Χαραλαμποπούλου Ευγενία, «Η Ναύπακτος στα χρόνια του Απόκαυκου», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 5ος, (1990-91), σσ. 77-118. -Καραγιάννη-Χαραλαμποπουλου Ευγενια, "Η Νάυπακτος στη Βυζαντινή Γραμματεία", Πρακτικά Β' Επιστημ. Συνεδρίου με θέμα: Η Ναύπακτος και η περιοχή της κατά τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή, Ναύπακτος 17-19/10/1997, 1ος ημίτομος, 2000, = ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος Ι' (= 10ος), 2000, σ. 29-74. -Kahrstedτ U., «Die Territorien von Patrai und Nikopolis in der Kaiserzeit», Ηistoria 1, 1950, σ. 553. –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004).

[15] Δες: -ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ  Α΄: Πρακτικά του πρώτου Διεθνούς Συμποσίου για τη Νικόπολη, 23-29/9/1984, (Πρέβεζα 1987), (επιμέλεια Ευάγγ. Χρυσός), σποράδην. -ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ Β΄: Πρακτικά του Δευτέρου Διεθνούς Συμποσίου για τη Νικόπολη, Πρέβεζα 11-15/9/2002, [Πρέβεζα 2007], σποράδην. -Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σ. 64-72.

[16] -Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σ. 64-72. -Νεραντζής Ι., Η Χώρα των Αιτωλών, (2001, [2003]), σ. 47-54.

[17] Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σ. 64-72.

[18] Παλιούρας Αθαν., Βυζαντινή ΑιτωλοΑκαρνανία, (β΄ έκδ. 2004), σ. 223.

[19] Νεραντζής Ι., «Μνημειακή Τοπογραφία Ναυπάκτου στους Ρωμαϊκούς και Παλαιοχριστιανικούς Χρόνους: Οικιστικά, πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά τεκμήρια», Πρακτικά Β' Επιστημονικού Συνεδρίου: Η Ναύπακτος και η περιοχή της κατά τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (325-1821), Ναύπακτος 17-19/10/1997 = ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 10ος, ημίτομος 2ος , (2001), σ. 81-85, και 102.

[20] -Βρυώνης Σπύρος, Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, (εκδ. «Γρηγόρη», χ.χ.έ.), σποράδην. -Κόλιας Γ., Ιστορική Γεωγραφία του Ελληνικού χώρου, (1969), σποράδην.

[21] -Χαραλαμπόπουλος Χαράλ., "Σεισμοί στη Ναύπακτο", ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος Γ', (1986-87), σσ. 544-546. -Σιμόπουλος  Κυριάκος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 333 μ.Χ. - 1700 μ.Χ., τόμοι 1-3. (Ο τρίτος τόμος σε δύο ημιτόμους), (1975). -Σιμόπουλος Κυριάκος, Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ΄21, (τόμοι πέντε, (Αθήνα 1984). -Βλασσόπουλος Στ. Γιάννης, Ανεμοκάραβα: καράβια, εμπόριο, μεταφορές, ληστείες, πειρατείες, πανώλη, στο Ιόνιο και στα Ακαρνανικά παράλια τον 18ον αιώνα, (2006). -Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004).

[22] -Ασωνίτης Σπ., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. -Παλιούρας Αθ., Βυζαντινή Αιτωλοακαρνανία, (2004), σποράδην. -Nicol (M. Donald), Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, (μετάφρ. Ευγένιος Πιερής, 1991 [1993]). -Βλασσόπουλος Στ. Γιάννης, Ανεμοκάραβα: καράβια, εμπόριο, μεταφορές, ληστείες, πειρατείες, πανώλη, στο Ιόνιο και στα Ακαρνανικά παράλια τον 18ον αιώνα, (2006). –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004).

[23] -Ασωνίτης Σπύρ., ό.π. -Nicol D., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479). -Giuseppe Schiro΄, Το Χρονικό των Τόκκων: Τα Ιωάννινα κατά τας αρχάς του ΙΕ΄ αιώνος, [Ιωάννινα, 1965]), σποράδην.

[24] -Καπώνης Νίκ., (2005), Η ναοδομική αρχιτεκτονική του Δεσποτάτου της Ηπείρου, την περίοδο της δυναστείας των Κομνηνών Αγγέλων 1204-1318, (ανέκδοτη διδακτορική Διατριβή, Παν/μιο Ιωαννίνων, 2005, από αντίτυπο στη Βιβλιοθήκη του Σπουδαστηρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων). -Δες και τη διδακτορική διατριβή της αρχαιολόγου Μυρτώς Βεΐκου, (2007), Κατοίκηση της βορειοδυτικής Ελλάδας στη Μεσοβυζαντινή Περίοδο, (ανηρτημένη στο διαδίκτυο).

[25] -Nicol Donald M., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (εκδ. ‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 21-22. –Nicol Donald M., Βυζάντιο και Βενετία: Μελέτη των διπλωματικών και πολιτιστικών σχέσεων, (μετάφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου, 1999, [2004]), σποράδην. -Διονύσ. Ζακυθηνός, λήμμα “Βυζάντιον”, στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (‘‘Πυρσός’’), συμπλήρωμα, τ. 2ος, σ. 244.

[26] Γρηγοράς, iv. 9:Ι, σ. 110 (CSHB). Πρβλ.: -Nicol D., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (εκδ. ‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 22. -Νεραντζής Ιωάννης, Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σποράδην. -Νεραντζής Ιωάν., «Το ‘‘σαντζάκ τού Κάρλελι’’ στην περίοδο της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα», ΤΑ ΑΙΤΩΛΙΚΑ 6, Ιαν.-Ιούν. 2006, σ. 91-96.

[27] Γρηγοράς Νικηφόρος (+1361), λόγιος και ιστορικός. Ήταν ένας από τους πολυμαθέστερους λογίους, φιλοσόφους, ιστορικούς και θεολόγους του 14ου αιώνα.  Η Ιστορία του αποτελείται από 37 βιβλία, καλύπτει την περίοδο από το 1320 μέχρι το 1359, και είναι μια σημαντικότατη πηγή πληροφοριών για την εποχή του. (Donald M. Nicol, Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, (1991), [μετάφρ. Ευγένιος Πιερρής, «Ελληνική Ευροεκδοτική», 1993], σ. 91-92).

[28] -Nicol Donald M., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 22.

[29] Nicol D. M., The Despotate of Epiros, (Oxford, 1957), σ. 171-173.

[30] Nicol D. M., The Byzantine Family of Kantakouzenos (Cantacuzenus) ca 1100-1460, (Dumbarton Oaks Studies, XI: Washington, D. C., 1968), no 16, σελ. 20-24. -Nicol Donald M., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (εκδ. ‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 23.

[31] Η σταδιοδρομία του Καρόλου Ανζού στο σημείο που αφορά τον βυζαντινόν κόσμον έχει μελετηθεί, ιδίως από τους: -Runciman S., The Scilian Vespers (1958). -Gianakopoulos D. J., Emperor Michael Palaeologus and the West, (1959). Πρβλ.: -Nicol Donald M., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (εκδ. ‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 23-45.

[32] Αντίστοιχα βιβλία αναφοράς για την Ιστορία της Αιτωλίας και Ακαρνανίας στην ίδια περίοδο, 1000-1700, παραμένουν: -Συγκέλλου Ευστρατία, Ο πόλεμος στον δυτικό ελλαδικό χώρο κατά τον ύστερο μεσαίωνα (13ος –15ος αι.), (έκδ. Ε.Ι.Ε. / ΙΝΣΤΙΤ. ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, Μονογραφίες 8, Αθήνα 2008). -Αρχοντίδης Αστέριος, Η Βενετοκρατία στη Δυτική Ελλάδα, (1684-1699): Συμβολή στην Ιστορία της περιοχής του Αμβρακικού Κόλπου και της Αιτωλοακαρνανίας, (διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 1983). –Ασωνίτης Σπυρ., Συμβολή στην ιστορία της ΑιτωλοΑκαρνανίας και των νησιών του νότιου Ιονίου. Από την προσάρτηση της Κομητείας της Κεφαλληνίας στο Πριγκηπάτο της Αχαΐας μέχρι το θάνατο του Καρόλου Α΄ Τόκκου: 1325-1429, (διδ. διατριβή), Θεσσαλονίκη 1986. -Ασωνίτης Σπύρ., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005). –Ασωνίτης Σπύρ., «Κατοχή: Μια κτήση του πριγκηπάτου της Αχαΐας στη δυτική Στερεά», Ιστορικογεωγραφικά  3, (1992), σ. 93-107. -Μαμασούλα Μαρία, Παιδεία και γλώσσα στον ΄Αγιο Κοσμά τον Αιτωλό, (διδακτορική διατριβή), [2004]. -Λούντζης (Ερμάννος), Η Ενετοκρατία στα εφτάνησα, (αυτόν τον τίτλο φέρει στην φωτοανατύπωση του βιβλίου από τις εκδόσεις «Κάλβος» το 1969, ενώ ο κανονικός τίτλος του, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1856 στην Αθήνα, ήταν: Ερμάννου Λούτζη, Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επταννήσου επί Ενετών). –Γιαννόπουλος Ι., (1971), Η Διοικητική Οργάνωσις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν (1393-1821). -Γιαννακοπούλου Ελ., (1987), ΓαλλοΕλληνική εκμετάλλευση δασών στη Δυτική Ελλάδα (1710-1792), (διδακτορική διατριβή, 1987). –Γκιόλιας Μάρκος, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και η εποχή του, (1972). -Σαββίδης Αλέξης & Νικολούδης Νικ., Ο ΄Υστερος Μεσαιωνικός Κόσμος (11ος - 16ος αιώνες): Βυζάντιο, μεσαιωνική Δύση, Ανατολή και Ισλάμ, Βαλκάνια και Σλαύοι, (2007). -΄Αμαντος Κων., Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, από του ενδεκάτου αιώνος μέχρι του 1821, τόμος Α΄: Οι πόλεμοι των Τούρκων προς κατάληψιν των Ελληνικών χωρών, 1071-1571, (1955). -Ζακυθηνός Διον., Η Τουρκοκρατία, (χ.χ.έ.). -Βρυώνης Σπυρ., Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, (εκδ. «Γρηγόρη», χ.χ.έ.). -Κόλιας Γ., Ιστορική Γεωγραφία του Ελληνικού χώρου, (1969). –Φερεντίνος Γ., Ιστορία της Ακαρνανίας, τόμος Β΄: 31 π.Χ. – 1479 μ.Χ., (1989). -Φερεντίνος Γ., Ιστορία της Ακαρνανίας, τόμος Γ΄: 1479 μ.Χ. – 1817 μ.Χ., (1999). –Παπασαλούρος Φώτ., Βλοχός: η ακρόπολη των Θεστιέων, (2006). -Μάξιμος Σ., Τουρκοκρατία 1685-1789, (β΄έκδ. 1944). -Γκιόλιας Μάρκ., Συμβολή στην ιστορία του κοινωνικού και πολιτισμικού χώρου της Ευρυτανίας & των Αγράφων κατά την τουρκοκρατία, (1986). -Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004). -Πριόβολος Ευθ., Το Αγγελόκαστρο της Αιτωλίας, (τόμοι 2, Αθήνα, 1998).

[33] Νεραντζής Ιωάννης, Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σποράδην. -Donald M. Nicol,, Βυζάντιο και Βενετία: Μελέτη των διπλωματικών και πολιτιστικών σχέσεων, (μετάφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου, 1999, [2004]), σποράδην.

[34] Πριόβολος Ευθ., Το Αγγελόκαστρο της Αιτωλίας, (τόμοι 2, Αθήνα, 1998). –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004).

[35] Παπασαλούρος Φώτ., Βλοχός: Η ακρόπολη των Θεστιέων, από τον μύθο στην ιστορία, (έκδ. Πνευματικού Κέντρου Δήμου Θεστιέων, Ν. Αιτωλ/νίας, 2006).

[36] -Παλιούρας Αθαν., «Τα κάστρα, της Πρέβεζας, της Βόνιτσας, και της Λευκάδας, στην εποχή της Βενετοκρατίας», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου: Η Ιστορία της Πρέβεζας, Πρέβεζα 22-24/09/1989, [Πρέβεζα 1993], σσ. 43-48. -Καπώνης Νίκ., (2005), Η ναοδομική αρχιτεκτονική του Δεσποτάτου της Ηπείρου, την περίοδο της δυναστείας των Κομνηνών Αγγέλων 1204-1318, (ανέκδοτη διδακτορική Διατριβή, Παν/μιο Ιωαννίνων, 2005, από αντίτυπο στη Βιβλιοθήκη του Σπουδαστηρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων). -Μυρτώ Βεΐκου, (2007), Κατοίκηση της βορειοδυτικής Ελλάδας στη Μεσοβυζαντινή Περίοδο, (ανέκδοτη). -Ασωνίτης Σπ.., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. - Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007). -Λούντζης (Ερμάννος), Η Ενετοκρατία στα εφτάνησα, (αυτόν τον τίτλο φέρει στην φωτοανατύπωσή του από τις εκδόσεις «Κάλβος» το 1969, ενώ ο κανονικός τίτλος του, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1856 στην Αθήνα, ήταν: Ερμάννου Λούτζη, Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επταννήσου επί Ενετών), σποράδην. -Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004), σποράδην.

[37] Για την πρώτη μαζική αλβανική παρουσία εντός του ελλαδικού χώρου που σημειώνεται το πρώτο τέταρτο του 14ου αι., και κυρίως για τη συμπαγή πληθυσμιακή συγκέντρωση Αλβανώ/Αρβανιτών στο χώρο της Ακαρνανίας, δες Ψιμούλη Βάσω, «Σουλιώτες: βοσκοί και άρπαγες», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τόμος 13ος, τχ. 24,25, Ιούν., Δεκ., 1996, σσ. 13-36.

[38] -Ασωνίτης Σπ.., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. -Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σποράδην. -Λούντζης (Ερμάννος), Η Ενετοκρατία στα εφτάνησα, (αυτόν τον τίτλο φέρει στην φωτοανατύπωση του βιβλίου από τις εκδόσεις «Κάλβος» το 1969, ενώ ο κανονικός τίτλος του, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1856 στην Αθήνα, ήταν: Ερμάννου Λούτζη, Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επταννήσου επί Ενετών), σποράδην. –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004), σποράδην.

[39]  -Ασωνίτης Σπύρ., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. -Γιαννόπουλος Ι., Η Διοικητική Οργάνωσις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν (1393-1821), (διδακτορική διατριβή, 1971), σποράδην.

[40] Δες: Πετρόπουλος Γεώργιος Α., ΄Εγγραφα Ηπείρου και Αιτωλίας, (Αθήνα 1962). Έτερη βιβλιογραφία δες στον Δημήτριο Λουκάτο, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαγραφία, (Μ.Ι.Ε.Τ., 1977), σ. 76, 78, 82, 106, 166, 170, 172, 175, 192, 194, 203, 208, 220, 238, 274, 278, 279. Δες και: -Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, σχετικούς τόμους. -Επιστημονική Επετηρίς Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, σχετικούς τόμους.

[41] -Γιαννόπουλος Ι., «Ανέκδοτα ενετικά έγγραφα της εν Δωρίδι μονής Βαρνάκοβας», ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, 2 (1970), σ. 476 και 489. –Γκιόλιας Μάρκ., Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεότερους χρόνους (1393-1821), (εκδ. «Πορεία», 1999), σ. 257-322.

[42] Δες: -Παληογιώργος Λεωνίδας, Πίκουλας Μιχ., Μπίτσης Σπύρ., Τσαβαλάς Κ. Γ., Η Βόνιτσα και η Ιστορία της, (έκδοση ‘‘Συλλόγου των εν Αθήναις Βονιτσάνων «Ο Αμβρακικός»’’, 2008), σποράδην. -Ασωνίτης Σπ.., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. -Αρχοντίδης Αστέριος, Η Βενετοκρατία στη Δυτική Ελλάδα, (1684-1699): Συμβολή στην Ιστορία της περιοχής του Αμβρακικού Κόλπου και της Αιτωλοακαρνανίας, (διδακτ. διατριβή, 1983), σποράδην.

[43] -Ασωνίτης Σπ.., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. -Αρχοντίδης Αστέριος, Η Βενετοκρατία στη Δυτική Ελλάδα, (1684-1699): Συμβολή στην Ιστορία της περιοχής του Αμβρακικού Κόλπου και της Αιτωλοακαρνανίας, (διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 1983), σποράδην. -Λούντζης (Ερμάννος), Η Ενετοκρατία στα εφτάνησα, (αυτόν τον τίτλο φέρει στην φωτοανατύπωση του βιβλίου από τις εκδόσεις «Κάλβος» το 1969, ενώ ο κανονικός τίτλος του, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1856 στην Αθήνα, ήταν: Ερμάννου Λούτζη, Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επταννήσου επί Ενετών), σποράδην. -Σάθας Κ., Τουρκοκρατουμένη Ελλάς (1453-1821), (Αθήναι 1869), σ. 317 και 565. –Μαχαιράς Κ., Η Λευκάς επί Ενετοκρατίας (1684-1797), (Αθήναι 1951), σποράδην.

[44] Δες σχετ.: -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σσ. 407-448. (Από εδώ αντλούμε όλα τα σχετικά ακολουθούντα ιστορικά γεγονότα, καθώς και τη σχετική βιβλιογραφία).

[45] Δες σχετ.: -Zinkeisen  J. W., Geschichte des Osmanisches Reiches, (Gotha 1857), σ. 163. –Hopf Carl, Geschichte Griechenland, (Leipzig 1867), VIII, σ. 175. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, (σ. 407-448), σ. 411.

[46] -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, (σ. 407-448), σ. 411-412. -Kretsmayer  H., Geschichte von Venedig, (Neuedruck der Ausgabe Stuttgart 1934), Aalen 1964, III, 353-363.

[47] Δες σχετ.: -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 412. -Garzoni  P., Istoria della Republica di Venezia in tempo della Sacra Lega, (Venezia 1705), σ. 68. -Foscarini  M., Istoria della Republica Veneta, Istorici delle cose veneziane, I quali hanno scritto per publico decreto, τόμ. Χ, Venezia 1722, σ. 158. –Σάθα  Κ., Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, (Αθήναι 1869), σ. 13. -Μάτεση, «Ημερολόγιον εν Κ. Σάθα», Ελληνικά Ανέκδοτα, (Αθήναι 1867), Α΄, σ. 197. –Χιώτης Π., Ιστορικά Απομνημονεύματα, (Κέρκυρα, 1863), Γ΄, 276. -Μαχαιράς Κ., Η Λευκάς επί Βενετοκρατίας (1684-1797), (Αθήναι, 1951), σ. 28-29.

[48] -Locatelli Al., Raconto historico della Veneta guerra in Levante, (Colonia 1691), σ. 66. -Γιαννακοπούλου Ελ., ό.π., σ. 412.

[49] Βιβλιογραφία περί της βυζαντινής και μεσαιωνικής πόλεως, ‘‘η Δραγαμεστός’’, όπως αναφέρεται σε βυζαντινές πηγές, ή ‘‘το Δραγαμέστον’’ όπως αναφέρεται στις μεταγενέστερες πηγές: Παπαδόπουλος-Κεραμεύς Α., Ανάλεκτα Ιεροσολυμικής Σταχυολογίας, τ. Α΄, Πετρούπολις, 1891, σ. 408-409. –Σαββίδης Αλέξης, (επιμέλεια), Εγκυκλοπαιδικό προσωπογραφικό λεξικό Βυζαντινής ιστορίας και πολιτισμού, τ. Α΄, 1996, σσ. 195-197, λήμμα Ακροπολίτης Κωνσταντίνος (+ c. 1321). -Δημητρακόπουλος Σοφοκλ., Αρχαιότητες και Μνημεία Ξηρομέρου Ακαρνανίας, τχ. Α΄, (1970), σ. 10-12. -Παπαγεωργίου Βασιλική, «Το Κάστρο της Δραγαμεστού», ΙΣΤΟΡΙΚΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ, τόμος έκτος, Γιάννενα-Θεσσαλονίκη, 1998, σ. 97-121, σχέδια 1, 2. -Armand Delatte, Les Portulans Grecs, (Paris 1947), σ. 208-209. -Hopf  Κ, Chroniques Grecoromanes, σ. 530. –Hopf Κ., Geschichte Griechenlands vom Beginn des Mittelalters bis auf unsere Zeit (Ersch-Gruber, Algemeine Enzyklopadie der Wissenschaften, 85-86), [I-II], Λιψία 1867-1868), τ. ΙΙ, σ. 103, 105. -Vasmer M., Die Slaven in Griechenland, (Berlin 1941), σ. 70. -Μαλιγκούδης Φαίδων, Οι Σλάβοι στην Ελλάδι, (έκδ. β΄, 1991), σπορράδην. -Παπαγεωργίου Βασλική, ό.π., σ. 100, υποσημ. 21. -Ασωνίτης Σπυρ., Συμβολή στην ιστορία της ΑιτωλοΑκαρνανίας και των νησιών του νότιου Ιονίου. Από την προσάρτηση της Κομητείας της Κεφαλληνίας στο Πριγκηπάτο της Αχαΐας μέχρι το θάνατο του Καρόλου Α΄ Τόκκου: 1325-1429, (διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 1986), σποράδην. -Συγκέλλου Ευστρατία, Ο πόλεμος στον δυτικό ελλαδικό χώρο κατά τον ύστερο μεσαίωνα (13ος –15ος αι.), (έκδ. Ε.Ι.Ε. / ΙΝΣΤΙΤ. ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, Μονογραφίες 8, Αθήνα 2008), σποράδην. –Φερεντίνος Γ., Ιστορία της Ακαρνανίας, τ. Β΄, 1989, σ. 119, 123, 129. -Κονιδάρης Γ., Εκκλησιαστική Ιστορία Ελλάδος από της ιδρύσεως των Εκκλησιών αυτής από του Αποστόλου Παύλου μέχρι σήμερον (49/50-1966), τόμος Β, 1970, σ. 110-111, στους καταλόγους των επισκοπών της Μητροπόλεως Ναυπάκτου που συνέταξε ο ίδιος, στηριγμένος σε κώδικες της εποχής του Ισαακίου Β΄ Αγγέλου (1185-1195), δεν συμπεριλαμβάνει την επισκοπή Δραγαμεστού. -Χαραλαμπόπουλος Χαράλ., Συνοπτικό διάγραμμα για τη συγγραφή της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ναυπάκτου, (2000), σσ. 12-28. -Bees N. A., «Unedierte Schriftstucke aus der Kanzlei des Johannes Apokaukos, des Metropoliten von Naupaktos (in Aetolien)», Byzantinisch Neugriechische Jahrbucher  21, (1976), Παράρτημα, σ. 77, αρ. 17, στ. 11-15, όπου καταγράφεται το κείμενο του Ιωάννου Αποκαύκου: «΄Αγιοί μου δεσπόται και εν κυρίω αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί Αετού, Αχελώου, Βουθρωτού και Αδραγαμέστου …». –Για τη χρονολόγηση του εγγράφου στα 1227 μ.Χ., βλ.: Βέη-Σεφερλή Ε., «Προσθήκαι και Παρατηρήσεις», Byzantinisch Neugriechische Jahrbucher 21, (1976), σ. 178, αρ. 17. –Για τη Μονή Μυροδοτούσης Ανατολικού (= Αιτωλικού), δες Κατσαρός Βασ., Κατσαρός Βασ., «Συμβολή στη μελέτη των προβλημάτων βυζαντινής τοπογραφίας στη Δυτική Στερεά (12ος–13ος αι.): Πηγές και δεδομένα», ΕΛΛΗΝΙΚΑ, 13, 1985. -Παπαδόπουλος-Κεραμεύς Α., «Συνοδικά γράμματα Ιωάννου του Αποκαύκου», Βυζαντίς  1, 1909, σ. 23-27: «΄Αγιοί μου δεσπόται και εν κυρίω αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί Αετού, Αχελώου, Βουθρωτού και Αδραγαμέστου…». –Για τη χρονολόγηση του εγγράφου στα 1228 μ.Χ., βλ.: Βέη-Σεφερλή Ε., «Προσθήκαι και Παρατηρήσεις», Byzantinisch Neugriechische Jahrbucher 21, (1976), σ. 178. -Πρβλ.: Παπαγεωργίου Βασιλική, ό.π., σ. 102, υποσημ. 25. -Κατσαροπούλου Μ., «Η ΑιτωλοΑκαρνανία στα μέσα του 14ου αιώνα», Πρακτικά του Α΄ Αρχαιολογικού και Ιστορικού Συνεδρίου ΑιτωλοΑκαρνανίας, Αγρίνιο 21-23/10/1988, [1991], σ. 307-313. -Αρχοντίδης Αστέριος, Η Βενετοκρατία στη Δυτική Ελλάδα, (1684-1699): Συμβολή στην Ιστορία της περιοχής του Αμβρακικού Κόλπου και της Αιτωλοακαρνανίας, (διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 1983), σποράδην. -Ασωνίτης Σπύρ., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σ. 116-126. -Μαλτέζος Χρ., «Προσωπογραφικά Βυζαντινής Πελοποννήσου και Ξενοκρατούμενου Ελληνικού Χώρου», Σύμμεικτα  5, (1983), σ. 1-10. -Μέρτζιος Κ. Δ,, «Κάρολος Α' ο Τόκκος προς τον Δόγην της Βενετίας. Μία ανέκδοτος επι­στολή του εξ Ιωαννίνων, του 1425», Ηπειρωτική Εστία, τόμ. 2, (1953), σ. 793. -Μέρτζιος Κ. Δ., «Trois lettres inedites de Charles Tocco en 1427, 1428 et 1432», Akten des XI Internationalen Byzantinistenkongresses, Munchen 1958, [1960], σ. 352-354. –Κορδώοης Μιχ., «Κάστρα Ηπείρου και Αιτωλοακαρνανίας στο Χρονικό των Τόκκων. Γενικά τοπογραφικά χαρακτηριστικά», Αφιέ­ρωμα στον Ν. G. L. Hammond, (Παράρτημα «Μακεδονικών», αρ. 7, Θεσ/κη 1997), σ. 251-260. -Παπαγεωργίου Βασιλ., ό.π., σ. 109. -Βοκοτόπουλος Παύλος, Αρχαιολογικό Δελτίο, 27, 1972, Χρονικά, σ. 441. -Βοκοτόπουλος Παύλος, Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική εις την Δυτική Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρον από του τέλους του 7ου μέχρι του τέλους του 10ου αι., (Θεσσαλονίκη 1992), σ. 95 κ.εξ. -Παλιούρας Αθαν., Βυζαντινή Αιτωλοακαρνανία, (1985), σ. 299-300. -Απ. Σπυρόπουλος & Μ. Καραμεσίνη, Αντίλαλοι από τα περασμένα του Αστακού και  της πε­ριοχής του, (Αθήνα 1969), σ. 23-24. –Heuzey L., Le Mont Olympe et I' Acarnanie,  (1860), σ. 422. -Παπατρέχας Γεράσιμος, «Βυζαντινά Κάστρα του Ξηρόμερου και η στρατηγική τους σημασία», Πρα­κτικά του Α' Αρχαιολογικού & Ιστορικού Συνεδρίου Αιτωλοακαρνανίας, Αγρίνιο 21-23 Οκτώβρη 1988, σ. 333-339. –Αλεξανδροπούλου Σπυριδούλα, Νότια Αιτωλία: Το οδικό δίκτυο έως τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, (1993), σ. 56-57. –Γιαννακοπούλου Ελένη, «Οικονομική εκτίμηση περιο­χών της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας: Ανέκδοτη Βενετική Έκθεση προς το Δόγη στα 1688», Ναυπακτιακά, τ. Ε', 1990-91, σ. 187-196. -Τζάνης Μιλτιάδης, «Το κάστρο Δραγαμέστου (Αστακού)», εφημ. Λαός, Αγρίνιο, 13 Μαίου 1956. -Σπυρόπουλος Απόστ., Αστακός: Η σημαντικωτέρα κωμόπολις της Ακαρνανίας, (Αθήνα 1972), σ. 23. -Σπυρόπουλος Απόστ., «Η ανακήρυξη του πρώτου τουρκικού σαντζακίου στο Κάρλελι», ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ  1966, σ. 45-47. -Κοντός Κ., λ.ήμμα «Αστακός», στην Αιτωλοακαρνανική και Ευρυτανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Β΄, σ. 522.

[50] -Γιαννακοπούλου Ελ., «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τ. Δ΄, 1973, 412. -Locatelli  Al., ό.π., σ. 70. -Coronelli  U., Conquista della Serenissima Republica di Venezia della Dalmazia, Epiro e Moreadurante la guerraintrapresa contro Mechmeti IV, [Venezia] 1686, σ. 31. Descrizione delli progressi fatti nello slarco del Porto di Dragomeste dallArmi Venete lanno 1684. -Foscarini M., ό.π., σ. 165.

[51] Στην ταύτιση της Uva με το σημερινό χωριό Γουριά προβαίνει η Ελένη Γιαννακοπούλου, «Οικονομική εκτίμηση περιοχών της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας: ανέκδοτη Βενετική έκθεση προς τον δόγη στα 1688», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 5ος, 1990-91, (σ. 187-196), σ. 188. 

[52] Το Ανατολικόν (Αιτωλικόν), ως οικιστική εγκατάσταση, απλωνόταν όχι μόνο στο ομώνυμο νησάκι αλλά και στην απέναντι αυτού ανατολική πλευρά του ‘‘Κόλπου Αιτωλικού’’ με την ειδική ονομασία ‘‘Έξω χώρα Αιτωλικού’’.

[53] -Garzoni  P., Istoria della Republica di Venezia in tempo della Sacra Lega, (Venezia 1705), σ. 70. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 412. 

[54] -Garzoni  P., ό.π., σ. 71. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 412. 

[55] -Garzoni  P., ό.π., σ. 25. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 412. 

[56] -Locatelli Al., Raconto historico della Veneta guerra in Levante, (Colonia 1691), σ. 71, 87. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973,  σ. 412-413. 

[57] Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 413. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ  6 (1992-93), (σσ. 395-426), σ. 398. –Γιαννακοπούλου Ελένη, «Οικονομική εκτίμηση περιοχών της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας: ανέκδοτη Βενετική έκθεση προς τον δόγη στα 1688», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 5Ος, 1990-91, σ. 187-196.

[58]Γιαννακοπούλου Ελένη, «Οικονομική εκτίμηση περιοχών της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας: ανέκδοτη Βενετική έκθεση προς τον δόγη στα 1688», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 5ος, 1990-91, σ. 193-194. Πρβλ. άλλες απόψεις βλ. Αστέριος Αρχοντίδης, Η Βενετοκρατία στη Δυτική Ελλάδα (1684-1699): Συμβολή στην Ιστορία της περιοχής του Αμβρακικού κόλπου και της ΑιτωλοΑκαρνανίας, (διδακτορική διατριβή, 1983), σ. 75-86: ειδήσεις για τις σχέσεις των Βενετών με τη Μητρόπολη Ναυπάκτου και Άρτας.

[59] Δες αυτές τις ιστορικές πηγές εις: -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 413. –Γιαννακοπούλου Ελένη, «Οικονομική εκτίμηση περιοχών της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας: ανέκδοτη Βενετική έκθεση προς τον δόγη στα 1688», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 5ος, 1990-91, σ. 187-196. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ  6 (1992-93), σ. 395-426.Αρχοντίδης Αστέριος, Η Βενετοκρατία στη Δυτική Ελλάδα (1684-1699): Συμβολή στην Ιστορία της περιοχής του Αμβρακικού κόλπου και της ΑιτωλοΑκαρνανίας, (διδακτορική διατριβή, 1983). -Ντόκος Κ., Η Στερεά Ελλάς κατά τον ΕνετοΤουρκικόν πόλεμον (1684-1699) και ο Σαλώνων Φιλόθεος, (διδακτορική διατριβή, 1975). -Πλουμίδης Γεώργ., Οι Βενετοκρατούμενες ελληνικές χώρες μεταξύ Δευτέρου και Τρίτου ΤουρκοΒενετικού πολέμου (1503-1537), (Ιωάννινα, 1984). -Πλουμίδης Γ., «Έγγραφα για τη βενετοκρατούμενη Ναύπακτο (1444-1510)», EBBΣ, 39 (1972), σ. 493-501. –Μέρτζιος Κ., «Συμπλήρωμα εις την Ηπειρωτικήν Χρονογραφία», ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, Τ. 6 (1957), σ. 489. -Μέρτζιος Κ., «Ειδήσεις περί της Στερεάς Ελλάδος εκ των Αρχείων της Βενετίας», ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΕΡΕΟΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, , τ. 2 (1969-1970), σ. 376-377.   

[60] -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, 6 (1992-93), (σσ. 395-442), σ. 398-399, όπου και η σχετική βιβλιογραφία. -Ντόκος Κ., Η Στερεά Ελλάς κατά τον ΕνετοΤουρκικόν πόλεμον (1684-1699) και ο Σαλώνων Φιλόθεος, (διδακτ. διατριβή, 1975), σ. 67-69.

[61] -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ  6 (1992-93), (σσ. 395-426), σ. 399, όπου και παραπομπή στις αρχειακές πηγές στη σ. 399 υποσημ. 16.

[62] -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ  6 (1992-93), (σσ. 395-426), σ. 399, όπου και παραπομπή στις αρχειακές πηγές στη σ. 399 υποσημ. 17.

[63] -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ  6 (1992-93), (σσ. 395-426), σ. 399, όπου και παραπομπή στις αρχειακές πηγές στη σ. 399 υποσημ. 17. –Μέρτζιος Κ., «Αρχειακά Ανάλεκτα», στο Αφιέρωμα εις Στίλπωνα Κυριακίδη, (1953), σ. 479: εκτενής αναφορά των ιερέων και δημογερόντων του Ξηρομέρου της 11-9-1690 προς τον Έκτακτο Προβλεπτή Λευκάδος Ιερώνυμο Πριούλι. Βλ. και Γεώργ. Αθανασιάδης-Νόβας, «Η κατάστασις της Αιτωλίας κατά τον 17ο αιώνα», Αρχεία Εταιρείας ΑιτωλοΑκαρνανικών Σπουδών, τ. 1 (1958), σ. 14, όπου εκδίδεται αναφορά του Νικολάου ιερέως και οικονόμου Ναυπάκτου και των δημογερόντων της πόλεως «προς τον εξοχώτατον κατά θάλασσαν Προβλεπτήν Ιάκωβον Κορνέρ», συνημμένη σε Έκθεση του ιδίου (15-7-1690) προς τον Δόγη της Βενετίας.

[64] -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), (σσ. 395-442), σ. 400.

[65]-Γιαννακοπούλου Ελένη, στο ίδιο, σ. 400.

[66]-Γιαννακοπούλου Ελένη, στο ίδιο, σ. 400-403.

[67]-Γιαννακοπούλου Ελένη, στο ίδιο, σ. 403.

[68] -Μέρτζιος Κ. Δ., «Συμπλήρωμα εις την Ηπειρωτικήν Χρονογραφίαν», ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ 6 (1957), σ. 494. -Γκιόλιας Μάρκ., Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεότερους χρόνους (1393-1821), (1999), σ. 495-496. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), (σσ. 395-442), σ. 403.

[69] -Μέρτζιος Κ. Δ., «Συμπλήρωμα εις την Ηπειρωτικήν Χρονογραφίαν», ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ 6 (1957), σ. 494. -Γκιόλιας Μάρκ., Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεότερους χρόνους (1393-1821), (1999), σ. 495-496. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος  6 (1992-93), (σσ. 395-442), σ. 403.

[70] -Ντόκος Κ., Η Στερεά Ελλάς κατά τον ΕνετοΤουρκικόν πόλεμον (1684-1699) και ο Σαλώνων Φιλόθεος, (διδακτορική διατριβή, 1975), σ. 61-92. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 413. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ  6 (1992-93), (σσ. 395-426), σ. 403. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Οικονομική εκτίμηση περιοχών της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας: ανέκδοτη Βενετική έκθεση προς τον δόγη στα 1688», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 5ος, 1990-91, (σ. 187-196), σ. 190.

[71] Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 413. 

[72] Για τη δράση του Γερακάρη στην Ευρυτανία (εκδίωξη του Bossino) και τη ληστρική κάθοδό του προς την Αιτωλία και Ακαρνανία, δες: -Ντόκος Κ., Η Στερεά Ελλάς κατά τον ΕνετοΤουρκικόν πόλεμον (1684-1699) και ο Σαλώνων Φιλόθεος, (διδακτορική διατριβή, 1975), σ. 40-62. –Μέρτζιος Κ., «Συμπλήρωμα εις την Ηπειρωτικήν Χρονογραφία», ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ 6 (1957), σ. 492-493. -Γιαννακοπούλου Ελ., «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, 6 (1992-93), σ. 403-404.   

[73] Μέρτζιος Κ., «Συμπλήρωμα εις την Ηπειρωτικήν Χρονογραφία», ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ 6 (1957), σ. 492-493: αναφορές του Προβλεπτή Ιερωνύμου Πριούλι προς τον Δόγη 26-5-1689, 30-2-1689=1690, 26-5-1690, 16-2-1691 για τις ληστρικές εφόδους του Γερακάρη στο Ξηρόμερο και στην περιοχή της Ναυπάκτου. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), σ. 404.   

[74] Μέρτζιος Κ., «Η Ρούμελη εις τα Αρχεία της Βενετίας», ΦΘΙΩΤΙΣ  5 (1959), σ. 204, αναφορά του Μητροπολίτου Αθηνών Μακαρίου Πελεκάνου προς τον Προβλεπτή Ναυπάκτου της 28-1-1691, και σ. 268, αναφορές του Γενικού κατά θάλασσα Προβλεπτή Vendramin προς τον Δόγη 18-7-1692, 28-7-1692, 31-7-1692. Πρβλ.: Γιαννακοπούλου Ελ., «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), σ. 404 υποσημ. 31.   

[75] Αθανασιάδης-Νόβας Γ., «Η κατάστασις της Αιτωλίας κατά τον 17ο αιώνα», Αρχεία Εταιρείας ΑιτωλοΑκαρνανικών Σπουδών, τ. 1 (1958), σ. 14. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), σ. 404.

[76] -Μέρτζιος Κ., «Συμπλήρωμα εις την Ηπειρωτικήν Χρονογραφία», ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τ. 6 (1957), σ. 492-493. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), σ. 404.   

[77] Μέρτζιος Κ., «Η Ρούμελη εις τα Αρχεία της Βενετίας», ΦΘΙΩΤΙΣ  τ. 5 (1959), σ. 206. -Γιαννακοπούλου Ελ., «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), σ. 404.

[78] Μέρτζιος Κ., «Η Ρούμελη εις τα Αρχεία της Βενετίας», ΦΘΙΩΤΙΣ  τ. 5 (1959), σ. 270: Ο Γενικός Προβλεπτής Πελοποννήσου Μικέλ προς τον Δόγη, Τρίπολις 30-3-1693. -Γιαννακοπούλου Ελ., «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, 6 (1992-93), σ. 404.

[79] Για τα παθήματα των κατοίκων του Αιτωλικού, δες: -Μέρτζιος Κ., «Συμπλήρωμα εις την Ηπειρωτικήν Χρονογραφία», ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ 6 (1957), σ. 492. Πρβλ.: Γιαννακοπούλου Ελ., «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), σ. 404 υποσημ. 36.

[80] -Ντόκος Κ., Η Στερεά Ελλάς κατά τον ΕνετοΤουρκικόν πόλεμον (1684-1699) και ο Σαλώνων Φιλόθεος, (διδακτορική διατριβή, 1975), σ. 61-64. -Αρχοντίδης Αστέριος, Η Βενετοκρατία στη Δυτική Ελλάδα, (1684-1699): Συμβολή στην Ιστορία της περιοχής του Αμβρακικού Κόλπου και της Αιτωλοακαρνανίας, (διδακτορική διατριβή, 1983), σ. 84-86. –Ασωνίτης Σπυρ., Συμβολή στην ιστορία της ΑιτωλοΑκαρνανίας και των νησιών του νότιου Ιονίου. Από την προσάρτηση της Κομητείας της Κεφαλληνίας στο Πριγκηπάτο της Αχαΐας μέχρι το θάνατο του Καρόλου Α΄ Τόκκου: 1325-1429, (διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 1986), passim.. -Ασωνίτης Σπύρ., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), passim. -Μέρτζιος Κ., «Ειδήσεις περί της Στερεάς Ελλάδος εκ των Αρχείων της Βενετίας», ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΕΡΕΟΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, , τ. 2 (1969-1970), σ. 363 (έκθεση του Γενικού κατά θάλασσα Προβλεπτή Βιντζέτζο Βεντραμίν Ναύπακτος 15 Ιουνίου 1692). -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 414, σημ. 5 όπου εκτενείς αρχειακές και βιβλιογραφικές αναφορές. -Γιαννακοπούλου Ελ., «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), σ. 405. 

[81] -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 414. -Λαμπάκης Γ., εις ΔΧΑΕ,  Γ΄, 99. –Κώνστας Κ., «Εν τω όρει τω Αγίω (από 4 Αιτωλικά μοναστήρια)», εφημ. Λαός 3.8.1958. -Κώνστας Κ., «Ξένοι ανταγωνισμοί στον τόπο μας», Αιτωλικά Γράμματα 1-3, (1960), 60-66. -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Οικονομική εκτίμηση περιοχών της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας: ανέκδοτη Βενετική έκθεση προς τον δόγη στα 1688», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 5, 1990-91, (σ. 187-196), σ. 190.

[82] -Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τ. Δ΄, 1973, σ. 414. -Γιαννακοπούλου Ελ., «Η Βενετοκρατούμενη Ναύπακτος και η περιοχή της (1687-1701): φορολογικά και άλλα δεινοπαθήματα – τα δημογραφικά στοιχεία», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 6 (1992-93), σ. 405-410.

[83] Γιαννακοπούλου Ελένη, «Η Ιερά Μονή Μυρταρίου Βονίτσης κατ’ ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τόμος Δ΄, 1973, σ. 414. 

[84] Γιαννακοπούλου Ελένη, ό.π., σ. 414. 

[85] Γιαννακοπούλου Ελένη, ό.π., σ. 414-415.