Πρόσωπα & Πράγματα:

Το Μεσολόγγι και η Γερμανική Ποίηση

 Του Δημοσθένη Γ. Γεωργοβασίλη

 Βασιλείου Ι. Λαζανά - Λάμπρου Μυγδάλη: Το έπος του Μεσολογγίου. Η απήχησή του στη γερμανική ποίηση της ίδιας εποχής.

Εισαγωγή - γερμανικό κείμενο, ελληνική μετάφραση - σχόλια. Σελ. 121, Αθήνα 1991. 


Το Μεσολόγγι με τη μυριάνθρωπη ηρωική του αυτοθυσία στον υπέρτατο βωμό του ιερού αγώνα για την εθνική μας παλιγγενεσία έγινε η κολυμβήθρα, μέσα στην οποία αναβαπτίστηκε το γένος των ραγιάδων σε έθνος Ελλήνων. Η ποιορκία του Μεσολογγίου από δύο στρατεύματα, του Κιουταχή και του Ιμπραήμ, επί ένα ολόκληρο έτος, ο ασύγκριτος ηρωισμός των πολιορκημένων, η αδιαφορία, η υποκρισία ή και ο ανθελληνισμός μερικών ισχυρών χριστιανικών κρατών της Ευρώπης, όλα αυτά συνετέλεσαν, ώστε να στραφεί ζωηρή η προσοχή των λαών στη μοίρα του μικρού «αλωνιού», όπου ο Χάροντας πάλευε με τo Διγενή λαό της αναγεννώμενης Ελλάδας. Η απήχηση, που είχε τότε τόσο η πολιορκία όσο και η Έξοδος των Μεσολογγιτών στον πνευματικό κόσμο των λαών, δεν έχει ακόμη μελετηθεί.

 

Το τραγικό δίλημμα του πρωτομάρτυρα της λευτεριάς των Ελλήνων Ρήγα Βελεστινλή (Φεραίου) το έλυσαν τα σπαθιά των Εξοδιτών, όπως άλλοτε το σπαθί του M. Αλεξάνδρου είχε λύσει το γόρδιο δεσμό, κι άνοιξε δρόμο για την παγκοσμίωση των ελληνικών πεπρωμένων. «Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων / δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν / εδώθε με τους αδερφούς, εκείθε με το χάρο». Και η απόφαση αυτή των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» έδρασε καταλυτικά μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής της ελεύθερης ανθρωπότητας. Η θυσία των Μεσολογγιτών με τα ρεύματα του ένθερμου φιλελληνισμού, που δημιούργησε στην Ευρώπη και στην Αμερική ανάμεσα στους λαούς, ανάγκασε ακόμη και τους πλέον επιφυλακτικούς ξένους να αναγνωρίσουν ότι τούτη η γη γεννάει ακόμη Λεωνίδες, Μαραθωνομάχους και Σαλαμινομάχους ημιθέους.

 

Οι συγγραφείς του βιβλίου, που παρουσιάζεται εδώ, συνέλεξαν ποιήματα είκοσι Γερμανών ποιητών, σύγχρονων του Μεγάλου Ξεσηκωμού της φυλής μας, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη ζέση του φιλελληνικού κλίματος, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί από τους ελληνολάτρεις ουμανιστές του γερμανικού ρομαντισμού. Ο κ. Μυγδάλης, που τυχαίνει να είναι καθηγητής γερμανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, φρόντισε και για την συλλογή των ποιημάτων, συγκέντρωσε δε και φωτοτυπίες των εφημερίδων και περιοδικών, όπου τα ποιήματα αυτά είχαν πρωτοδημοσιευτεί, καθώς και φωτογραφίες μερικών από τους ποιητές. Έτσι η ελληνική έκδοση αποτελείται από το γερμανικό πρωτότυπο κείμενο, από τη μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα, από σχόλια τόσο σχετικά με τα ποιήματα, όσο και με τα βιογραφικά στοιχεία των ποιητών. Και χάρισαν στη βιβλιογραφία μας, και ιδιαίτερα στην έρευνα της εθνικής μας Ιστορίας, ένα πολύτιμο βιβλίο.

 

Μολονότι η απόδοση των γερμανικών κειμένων στα ελληνικά απέχει από του να είναι ποιητική, δηλ. ο λόγος της μετάφρασης δεν αντέχει να κρούσει μουσικές χορδές, ωστόσο εκτιμάται από τoν αναγνώστη η αγωνία των μεταφραστών να αποδώσουν με ακρίβεια το νόημα των κειμένων. Άλλωστε, αν κρίνουμε από το πλούσιο έργο, που έχει παρουσιάσει μέχρι τώρα, και ιδίως από τις λογοτεχνικές μεταφράσεις επάνω σε δύσκολα έργα Λατίνων ποιητών, που μάς έχει προσφέρει ο κ. Β. Ι. Λαζανάς, κρίνουμε ότι είχαν οι μεταφραστές την ικανότητα να δώσουν στο ελληνικό κοινό και τη μετάφραση των γερμανικών τούτων ποιημάτων σε ποιητική γλώσσα. Ασφαλώς γνώριζαν ότι η Ποίηση δεν μεταφράζεται, αλλά αναδημιουργείται. Πάντως οι παλμοί της καρδιάς των κατά κανόνα νεαρών Γερμανών ποιητών, καθώς περνούν μέσα από τα μεγάλα εκείνα γεγονότα, διαθλώνται και γιγαντώνονται σε κοσμογονικούς κραδασμούς, που συγκλονίζουν ανά τους αιώνες κάθε ψυχή, που λατρεύει την λευτεριά και δέεται στο ναό της για τη δίκαιη τιμωρία των τυράννων.

 

Είναι κοινός τόπος μέσα στα ποιήματα αυτά - που είναι τριάντα έξι συνολικά, μερικά των οποίων είναι αρκετά εκτενή - η οργή κατά των Τούρκων. Όλοι τους δεν μαστιγώνουν μόνον την απαραδειγμάτιστη τουρκική βαρβαρότητα, αλλά στηλιτεύουν αδυσώπητα την αδιαφορία, την υποκρισία ή και τον ανθελληνισμό των χριστιανών ηγετών της Ευρώπης. Ένας ποιητής διαπιστώνει:

 

«Η Ευρώπη είδε το θαύμα αυτό, εσίγησεν ωστόσο. Δεν έσπευσαν συμπαραστάτες, βοηθοί, την κρίσιμη ώρα αυτοί, που ανέσυραν συχνά για δόξα εφήμερη το ξίφος, αδιαφόρησαν για τον ιερό αγώνα των Ελλήνων» (σελ. 31).

 

Άλλος ποιητής ικετεύει το Θεό να βοηθήσει την Ελλάδα:

«Κυρίαρχε, Παντοδύναμε λαών και θρόνων... τις αλυσίδες τις σκληρές αυτών των σκλάβων λύσε, απ’ το φρικτό το χέρι των βαρβάρων σώσε, αυτό το λαό το χριστιανικό. Βοήθα την Ελλάδα!» (σελ. 63).

 

Όμως ο βάρβαρος κυρίεψε το Μεσολόγγι. Κι ο ευαίσθητος ποιητής ξεσπάει:

 

«Απαίσια εποχή! Να αισθάνεσαι θα πρέπει καταισχύνη γι’ αυτήν. Πολιτική ανίερη, δειλή, πανούργα, που του Ισλάμ δεν θέλησες να κάμψεις τη μανία. Λοιπόν, να το στηρίζεις όσο θες. Ας γίνεις όμηρός του. Βλέπε αδιάφορη τους χριστιανούς σαν ζώα να πουλιούνται! Υποκριτές!» (σελ. 89).

 

Την υποκρισία των χριστιανών της Ευρώπης ξεσκεπάζει άλλος ωραίος ποιητής και με οργή καταγγέλλει την προδοτική τους συμπεριφορά απέναντι στο έρμο χριστιανικό Μεσολόγγι, που μάχεται ηρωικά εναντίον στην «άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων» του μισοφέγγαρου των Αγαρηνών.

 

«Το Μεσολόγγι έπεσε! Αντήχησε το φρικαλέο νέο σ’ ολόκληρη, πέρα ως πέρα, την Ευρώπη. Οι βάρβαροι νικήσαν. Με των χριστιανών τη συνδρομή! Οι χριστιανοί τους είχαν βοηθήσει με εφόδια και σχέδια ·για το χρυσό, που λαμπυρίζει, και την τιμή τους, την πίστη τους είχαν προδώσει» (σελ. 119).

 

Άλλος πάλι ποιητής μέσα στη θυσία του Μεσολογγίου βλέπει τις Θερμοπύλες των Νεοελλήνων:

«Σου πρόσφερε τη Δάφνη ο Λεωνίδας. Στο διάβα των αιώνων δεν εμαράθηκε ποτέ η Δάφνη του γενναίου Εκείνου» (σελ. 121).

 

Ενώ άλλος ποιητής βλέπει στη θυσία του Μεσολογγίου όχι τον τάφο της Ελλάδας, όπως ήθελαν να πιστεύουν οι δυνατοί, αλλά το Φως της Ελευθερίας, που καταυγάζει το δρόμο των Ελλήνων προς την Ισταμπούλ. Ο ποιητής σε υποσημείωση γνωστοποιεί κάτι, που ακόμη σήμερα δεν ξέρουν πάμπολλοι σύγχρονοι Έλληνες: ότι το όνομα «Ισταμπούλ», με το οποίο ονομάζουν οι Τούρκοι βάρβαροι κατακτητές την Κωνσταντινούπολη, προέρχεται από την ελληνική έκφραση «Εις ταν πόλιν»:

 

«Ελλάδα, ξύπνα, ξύπνα! Γέροντες και νέοι, παιδιά, έφηβοι, γυναίκες, εμπρός ετοιμαστείτε!

Το Μεσολόγγι να εκδικηθείτε σας καλεί. Ακούστε τη φωνή του, ακούστε τί σας λέει: Στην Ισταμπούλ! αυτή θα είναι η υπέρτατη τιμή» (σελ. 102).

 

Οι Γερμανοί ποιητές την Κωνσταντινούπολη σημάδεψαν σαν την κατάληξη του θριάμβου του μεγάλου επικού αγώνα των Ελλήνων για την ολοκλήρωση της εθνικής τους παλιγγενεσίας. Ένα τόξο να τανυσθεί από τoν Παρθενώνα ως την Αγιά Σοφιά και η νευρά του να πάλλεται από τα κύματα του Αιγαίου ως τις βουνοκορφές της Πίνδου και της Ροδόπης.

 

Μέσα από τούς Γερμανούς αυτούς ποιητές, που θρηνώντας για την πτώση του Μεσολογγίου καταριούνται τους Οθωμανούς και υμνολογούν την Ελλάδα, στην τελική ανάσταση της οποίας διαδηλώνουν την πίστη τους, δεν απουσιάζει ούτε ο Λουδοβίκος Α' βασιλιάς της Βαυαρίας και πατέρας του πρώτου βασιλιά της ελευθερωμένης Ελλάδας, ο οποίος αναφωνεί: «Ζήτω η Ελλάδα! Στη στεριά και στα πελάγη πατρίδα ηρώων, αρχαίων και νέων, είσαι Εσύ! Στη λύσσα των εχθρών απόρθητο είσαι τείχος, επάνω από όλους, υπερήφανη, σεπτή» (σελ. 89).

 

Οι δύο Έλληνες μεταφραστές των ποιημάτων αυτών στην κατά πάντα εξαίρετη εισαγωγή του βιβλίου, μας θυμίζουν ότι, ακόμη και ο μέγας και πολύς Γκαίτε, που θαύμαζε την ποίηση του λόρδου Βύρωνα και υποκλινόταν μπροστά στο μεγαλείο της αγωνιστικής του ψυχής, η οποία αυτοθυσιάστηκε στο Μεσολόγγι για την ελευθερία των Ελλήνων, βάζει στο Δεύτερο «Φάουστ», Τρίτη Πράξη, η οποία εκτυλίσσεται στη μεσαιωνική και φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησο, κυρίαρχο της Πελοποννήσου, «αυθέντη του Μορέως», τον ίδιο το Φάουστ. Εκεί ο Φάουστ νυμφεύεται την ομηρική Ελένη, την οποία για χατίρι του φέρνει από τον Άδη ο Μεφιστοφελής. Από τo γάμο αυτό γεννιέται ο πανέμορφος Ευφορίων, ίδιος κι απαράλλαχτος σαν τον Λόρδο Βύρωνα. Η Ελένη μάς μετάγει στην Τροία, από την πτώση της οποίας αρχίζει και η ιστορία της Ευρώπης. Ο θάνατος του Ευφορίωνος συνέβη στο Μεσολόγγι. Η πτώση του Μεσολογγίου, όπως άλλοτε η πτώση της Τροίας, αποτελεί προσκλητήριο προς όλους τους υπεύθυνους των λαών της γης, να ανανήψουν, να αγρυπνούν και να φρουρούν τo πνεύμα του πολιτισμού μας από τις βαρβαρικές ορδές των Οθωμανών. Αυτόν τον πολιτισμό, που γεννήθηκε κάποτε στην Ελλάδα, αλλά με το γάμο της Ελένης και του Φάουστ αναγεννάται πάλι στην Ελλάδα, και τρέφεται και μεγαλώνει παντού με τα ζώπυρα του πνεύματος των Ελλήνων, οφείλουν όλοι οι Χριστιανοί να τον διαφυλάξουν από τη μανία των βαρβαρικών ορδών.

 

Ένας ανώνυμος ποιητής διαβεβαιώνει:

 

«Η Ελλάδα δεν πεθαίνει! Ποτέ δεν θα χαθεί»" (σελ. 185).

Κι ένας άλλος αναφωνεί: «Ελλάδα δεν θα καταστραφείς! Ούτε ποτέ θα σβήσεις!» (σελ. 69).  

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης

.

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ  * 14-20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1992.