Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

 

Προβληματισμοί:

Η Πολιτική Ψυχολογία

και η συμπεριφορά της μάζας του λαού


του Δημοσθένη Γ. Γεωργοβασίλη

διδάκτορος Φιλοσοφίας

 

 

1. Ορισμός: Η ραγδαία εξέλιξη της Ψυχολογίας κατά την εποχή μας, και ιδιαίτερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, μέχρι σήμερα αποδείχνει το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τη μελέτη της συμπεριφοράς των ανθρώπων και την ερμηνεία των αλόγιστων πράξεων ατόμων και ομάδων, όταν οι πράξεις αυτές αποτελούν αινίγματα για την ουσία του ανθρώπου, ο οποίος κολακεύεται για τη λογικότητά του και το αυτεξούσιό του. Και είναι το ενδιαφέρον των μελετητών της συμπεριφοράς των ανθρώπων τόσο μεγαλύτερο όσο οι πράξεις και οι ενέργειες κοινωνικών ομάδων συνεπάγονται βλάβη των συμφερόντων του πολίτη. Έτσι διαμορφώθηκε ιδιαίτερος κλάδος της Ψυχολογίας, ο οποίος μελετάει τα προβλήματα της Πολιτικής εν γένει και ονομάζεται γι’ αυτό Πολιτική Ψυχολογία (στο εξής: Π.Ψ.).

2. Προϊστορία: Η καινοφανής αυτή κοινωνική επιστήμη έχει την προϊστορία της. Ήδη στη Φιλοσοφία και την Ιστοριογραφία των Αρχαίων Ελλήνων ανευρίσκονται μεμονωμένα θέματα Ψυχολογίας, τα οποία σήμερα εντάσσονται στα περιεχόμενα της Π. Ψ. Αλλά η αμοιβαία επίδραση μεταξύ υποκειμένου και πολιτικής κοινότητας, δηλ. μεταξύ του πολιτικού και των εκλογέων, άρχισε να μελετάται συστηματικότερα από τα μέσα του 19ου αιώνα. Κύριος λόγος αυτής της κίνησης ήταν ο βαθμιαίος μετασχηματισμός της κοινωνίας λόγω της προϊούσας εκβιομηχάνισης της Οικονομίας και του εξαστισμού των κοινωνικών μαζών. Αυτά τα φαινόμενα είχαν ως συνέπεια τον εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος και την μετάβαση από την μεγάλη στη μικρή, την πυρηνική οικογένεια.

Συνέπεια αυτών των διεργασιών υπήρξε η διαμόρφωση νέων συστημάτων κανόνων και αξιών της κοινωνικής ζωής με ταυτόχρονη εξασθένηση των παραδοσιακών λειτουργιών της κοινωνικής ζωής. Νέες δομές και νέοι θεσμοί αναπτύχθηκαν μέσα στην κοινωνία. Το άτομο είναι αναγκασμένο να υφίσταται τις ψυχοκοινωνικές επιδράσεις, που προέρχονται από την ακύρωση της συλλογικότητας καθώς και τη διαφορά ανάμεσα στην ιδιώτευση και την κοινωνία της μάζας. Με τα προβλήματα αυτά ασχολήθηκαν για λογαριασμό της Ψυχολογίας και της Κοινωνιολογίας οι: Γουσταύος Λε Μπον κυρίως στο περίφημο βιβλίο του «Η Ψυχολογία των όχλων» (1895),

clip_image002

Γκυστάβ Λε Μπον (1841-1931)

ο Βιλφρέντο Παρέτο (1848-1923) στο έργο του «Σοσιαλιστικά συστήματα» (1902), όπου ερευνά τα στοιχεία των αλόγιστων ενεργειών του ατόμου και της μάζας και συνθέτει το σχετικισμό των αξιών με τον σχετικισμό της κοινωνικής μάζας. Αλλά μεγαλύτερη ώθηση στη μελέτη των προβλημάτων αυτών έδωσε ο ιδρυτής της Ψυχαναλύσεως Σίγκμουντ Φρόυντ, κυρίως με το έργο του « Η Ψυχολογία των μαζών και η Ανάλυση του Εγώ» (1921).

3. Η συμβολή του Γκυστάβ Λε Μπον: Η μάζα: Στην περισπούδαστη μελέτη του ο Γάλλος ψυχολόγος Γκυστάβ Λε Μπον ξεκινάει από την προφητική διαπίστωση ότι «ο αιώνας, στον οποίον μπαίνομε, θα είναι στ’ αλήθεια ο αιώνας των μαζών». Ο Λε Μπον δεν τρέφει καμιά εμπιστοσύνη στην ανώτερη και μεγαλοαστική τάξη και στην εκκλησία, πως θα μπορέσουν να χαλιναγωγήσουν και να συγκρατήσουν τις μάζες, διότι και οι δύο αυτές μεγάλες κοινωνικές δυνάμεις διακατέχονται από το φόβο, που τούς εμπνέει η άνοδος του σοσιαλισμού και η ανερχόμενη δύναμη των μαζικών οργανώσεων. Ο Λε Μπον στηρίζει αυτή την πεποίθησή του σε έρευνες, που έκαμε σχετικά με τις ιδιότητες και τους τρόπους εκδηλώσεων της μάζας. Γι’ αυτό επάγεται ότι, αν οι μάζες δεν διευθύνονται από κάποια μικρή μεν, αλλά πνευματική αριστοκρατία ή από δυναμικούς και ευεργετικούς πολιτικούς ηγέτες, τότε εγκυμονούν τον κίνδυνο να εξαπολύουν σαν από ασκό του Αιόλου σαρωτικές θύελλες καταστροφής. Διότι η ψυχή των μαζών λειτουργεί σύμφωνα με τους εξής δύο νόμους: το νόμο της πνευματικής ανελευθερίας και το νόμο της κορύφωσης του συναισθηματισμού.

4. Τα γνωρίσματα της μάζας: Η μάζα λειτουργεί σαν οργανισμός, που εκδηλώνει ιδιότητες τελείως διαφορετικές από τις ιδιότητες του ατόμου. Στο πλαίσιο της μάζας το κάθε άτομο εκδηλώνεται παιδαριωδώς, ανεύθυνα και πρωτόγονα, και αφήνεται να κυριεύεται από τα ένστικτα, τις ορμές και τις παρορμήσεις του υποσυνειδήτου. Τα γνωρίσματα λειτουργικότητας του οργανισμού της μάζας είναι τα ακόλουθα:

1. Η μάζα δε σκέπτεται λογικά, αλλά ενεργεί με εικόνες και παραστάσεις, γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα σε πρόσωπα και πράγματα. Τότε η μάζα υπόκειται σε υπερβολές και υστερίες και αναπαύει την ψυχή της σε ευφραντικούς μύθους, σχετικούς με ηγεμόνες ή με θαυμαστά γεγονότα.

2. Η μάζα σκέπτεται απλοϊκά και βάναυσα, χωρίς να μπορεί να κάμει διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο όμορφο και στο άσχημο. Παρά το ότι ρέπει η μάζα προς θηριωδίες, οι οποίες ενισχύονται από το συλλογικό ασυνείδητο, εντούτοις παρουσιάζεται με τάσεις ηρωισμού και αυτοθυσίας, οι οποίες μάλιστα εκδηλώνονται σε μεγαλύτερο βαθμό από όσο σε μεμονωμένα άτομα.

3. Η μάζα χαρακτηρίζεται από ανυπομονησία, αρχομανία και συντηρητισμό. Μολονότι κατά καιρούς κυριαρχείται από ορμή για επανάσταση, ωστόσο είναι γεμάτη από ένστικτα ανερμήνευτης υπομονής και παρουσιάζει μιαν ασυνείδητη αποστροφή προς κάθε νεωτερισμό.

4. Η μάζα κρίνει τις ατομικές περιπτώσεις βάσει πρόχειρα κατασκευασμένων γενικεύσεων. Οι αντιλήψεις και οι πεποιθήσεις της εύκολα προσλαμβάνουν θρησκευτική μορφή, γι’ αυτό και η πίστη της είναι ειδωλολατρική. Οι ηγέτες της μάζας είναι πάντοτε πρόσωπα, που λατρεύονται με πάθος ως είδωλα και θεωρούνται χαρισματικοί, έστω κι αν οι ιδέες τους ή οι πράξεις τους δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της μάζας.

Ο Λε Μπον περιγράφει τους τρόπους, με τους οποίους επιβάλλονται και διευρύνονται ανάμεσα στις μάζες οι πολιτικές ιδέες, οι ιδεολογίες και οι διάφορες θεωρίες, πώς μπορεί ο ηγέτης να επηρεάζει τις μάζες, και αναζητεί τα όρια των δυνατοτήτων επηρεασμού των μαζών. Ακατάπαυστα τονίζει πόσο ελάχιστη επίδραση ασκεί η Λογική, η διδασκαλία και η αγωγή στη μάζα, και μελετά τη ροπή της μάζας για συνθήματα, μεγάλες θεατρικές χειρονομίες και έξυπνα επιτηδευμένους τρόπους εξαπάτησης. Κατά το Λε Μπον η αξία της μάζας έγκειται στο να λειτουργεί ως αναγκαίος φορέας και εφαρμοστής πολιτισμικών ιδεών και σκοπών, αλλά οι σκοποί πρέπει να μπορούν να τίθενται μόνον από κάποιους, οι οποίοι κατορθώνουν να κρατούν απόσταση από τη μάζα.

5. Ο προφητικός σκεπτικισμός του Λε Μπον για την εποχή μας: Με προφητικό σκεπτικισμό ατενίζει ο Λε Μπον την ανατολή του 20ού αιώνα. Οι μάζες δεν φαίνονται να αγαπούν την παράδοση, τους θεσμούς, τα ιδανικά, παρά το συντηρητισμό τους, αλλά είναι δέσμιες ενός ολοένα και περισσότερο επιδεινούμενου αχαλίνωτου εγωισμού, εξαιτίας του οποίου περιέρχονται σε πολιτισμική παρακμή και εκτρέπονται σε μια λαϊκή κυριαρχία, η οποία αποδείχνεται πνευματικά άγονη, αν όχι και οπισθοδρομική.

6. Η Ψυχολογία του όχλου ως εγχειρίδιο: Το βιβλίο αυτό του Λε Μπον, εδώ και εκατό χρόνια, παραμένει το θεμέλιο της Ψυχολογίας των μαζών και το βασικό εγχειρίδιο όχι μόνον των δημοκρατικών πολιτικών ηγετών, αλλά κυρίως των επιφανέστερων δημαγωγών και ολέθριων δικτατόρων του αιώνα μας. Ο ίδιος ο Αδόλφος Χίτλερ απ’ αυτό το βιβλίο άντλησε τα σπουδαιότερα στοιχεία της δημαγωγικής του μεθόδου, με την οποία αποτύφλωσε ένα ολόκληρο λαό και τον οδήγησε στο ολοκαύτωμα της Ευρώπης. Από το βιβλίο αυτό γονιμοποιήθηκε επίσης η σκέψη του Σίγκμουντ Φρόυντ και του Ισπανού φιλοσόφου Γιοσέ Ορτέγκα υ Γκασσέτ (1883-1955), ο οποίος με το έργο του «Η εξέγερση των μαζών» (1930, ελλ. μετάφραση Χρήστου Μαλεβίτση) συνέβαλε σημαντικά μαζί με τον Φρόυντ στην ανάπτυξη της Ψυχολογίας της Ομάδας, η οποία είναι πολύ σπουδαία προϋπόθεση για την εξέλιξη της Π. Ψ. Εξίσου σπουδαία για την Π.Ψ. είναι και η εργασία του Ιταλού οικονομολόγου και κοινωνιολόγου Βιλφρέντο Παρέτο. Και μολονότι το βιβλίο του Λε Μπον αποτελεί καθαρά επιστημονική έρευνα, απαλλαγμένη από ιδεολογικές αγκυλώσεις, οι εργασίες του Παρέτο και του Ορτέγκα υ Γκασσέτ έγιναν αντικείμενα ιδεολογικών εκμεταλλεύσεων και χρησιμοποιήθηκαν για την κομματική προπαγάνδα σε μεγάλη έκταση.

7. Ο Β. Παρέτο ως υπερασπιστής του φασισμού: Ο Παρέτο στο δίτομο έργο του «Τα σοσιαλιστικά συστήματα» (1902/3) (Les Systèmes Socialistes, Παρίσι, 1902) ξεκινάει από το διαλεκτικό σχήμα του Μαρξ «Βάση-εποικοδόμημα», το οποίο αντιστρέφει, για να κάνει βάσει αυτού διάκριση των πράξεων σε λογικές και μη λογικές, βάζοντας τις βάσεις για μια κοινωνιολογική θεωρία, της οποίας οι ακρογωνιαίοι λίθοι είναι: το σύστημα, η λειτουργία του, η δομή του, η ισορροπία του και η αλληλεπίδραση των στοιχείων του.

clip_image004

Βιλφρέντο Παρέτο (1848-1923)

Ο Παρέτο, ο οποίος εκτρέπεται σε άσκηση δριμείας κριτικής εναντίον του κοινοβουλευτισμού και γενικότερα της δημοκρατίας, ανέπτυξε τη θεωρία της ελίτ, η οποία ελίτ, απαλλαγμένη από Ηθική και αξίες, επικρατεί και επιβάλλεται αιωνίως ανάμεσα στις κοινωνίες των ανθρώπων. Με τη θεωρία του αυτή ο Παρέτο αναδείχνεται ενθουσιώδης υπερασπιστής του ανερχόμενου κατά την εποχή του φασισμού, του οποίου την άνοδο χαιρετούσε με ενθουσιαστικές εξάρσεις στα πολιτικά του σχόλια, που δημοσίευε συχνά κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο Βιλφρέντο Παρέτο απέβη ο «μεγάλος ιδεολόγος της αυθεντίας και του συντηρητισμού».

Στο έργο του «Τα σοσιαλιστικά συστήματα», όπου επιχειρεί μια αντιπαράθεσή του με τα μέχρι τότε γνωστά σοσιαλιστικά συστήματα, ο Παρέτο αναπτύσσει διεξοδικά ως κεντρική την έννοια της ελίτ: Οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις, οι οποίες κατά κανόνα είναι και οι πλουσιότερες, αποτελούν μιαν «αριστοκρατία», η οποία διαρκώς εκφυλίζεται, αλλά και διαρκώς ανανεώνεται με την είσοδο στις περιοχές της άλλων ατόμων από τις κατώτερες τάξεις, τα οποία σχηματίζουν άλλη ελίτ. Η «κυκλοφορία» αυτή αποτελεί μια θεμελιώδη αρχή της Ιστορίας, χωρίς την οποία δεν κατανοούνται τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα. Αυτή η «κυκλοφορία» της ελίτ αποτελεί ένα «αντικειμενικό φαινόμενο», του οποίου η ύπαρξη συγκαλύπτεται συχνά από τα πάθη και τις προκαταλήψεις. Αυτό που οι ιστορικοί θέλουν να βλέπουν ως πάλη για την νίκη και επικράτηση της ελευθερίας, είναι μόνο η πάλη ανάμεσα σε δύο ανταγωνιζόμενες ελίτ. Ο Παρέτο πρεσβεύει ότι ο σοσιαλισμός είναι ένα από τα άριστα παιδαγωγικά συστήματα για τις κατώτερες τάξεις, διότι επιβάλλοντας την «σοσιαλιστική θρησκεία» διευκολύνει τις εκάστοτε ελίτ, που αναδύονται με τον τρόπον αυτό, να οργανώνονται και να κατοχυρώνουν την επιρροή τους. Το βιβλίο αυτό του Παρέτο χρησιμεύει ως εγχειρίδιο του δεξιού πολιτικού εξτρεμισμού.

8. Ο Γιοσέ Ορτέγκα υ Γκασσέτ και η Ενωμένη Ευρώπη: Αλλά στην ανάπτυξη της Π. Ψ. μεγάλη είναι η συμβολή και του Ορτέγκα υ Γκασσέτ με το έργο του «Η εξέγερση των μαζών» (La rebelliόn de las massas, 1930). Το έργο αυτό μαζί με το επίσης πολύ σημαντικό έργο του Γερμανού φιλοσόφου Καρλ Γιάσπερς «Η πνευματική κατάσταση του καιρού» (1931) είναι τα σπουδαιότερα έργα της δεκαετίας του ‘30, με τα οποία έγινε η ορθή διάγνωση της εποχής μας.

clip_image006

Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ (1883-1955)

Ο Ορτέγα υ Γκασσέτ δέχεται ότι το σπουδαιότερο γεγονός στην κοινωνική εξέλιξη κατά τον 20ό αιώνα βρίσκεται στην αντίφαση: «Η άνοδος των μαζών σε πλήρη κοινωνική δύναμη». Κατά τον Ορτέγκα κάθε προσπάθεια να ερμηνευτεί κάποια εποχή, που έχει προηγηθεί, είναι πάντοτε νοθευμένη. Έτσι π.χ. η Φιλελεύθερη Δημοκρατία του 19ου αιώνα, η οποία διακήρυξε το ιδεώδες της ισότητας όλων των ανθρώπων, ερμηνευόμενη στον 20ό αιώνα με τα μέτρα της εποχής μας, οδήγησε τους ανθρώπους να θεωρούν την ισότητα ως κάτι το αυτονόητο.

Ο φιλελευθερισμός του δέκατου ένατου αιώνα, αδελφωμένος με την επιστήμη και τη βιομηχανία, προικοδότησε τον μέσον άνθρωπο με ένα πλήθος από υλικές ελευθερίες και ένα επίπεδο βιοτικής ευημερίας, που παλαιότερα ήταν προνόμιο μόνο για «περιούσιες μειονότητες». Αλλά αυτή η προσφορά του φιλελευθερισμού είχε ως συνέπεια μόνον την εξομάλυνση των διαφορών ως προς την περιουσία, το μορφωτικό επίπεδο, τα φύλα, τις φυλετικές διαφορές μεταξύ των λαών και των ηπείρων. Ο φιλελευθερισμός του 19ου αι. σήκωσε επίσης τις θεμελιώδεις διαφορές, που υπήρχαν ανάμεσα στη μάζα και στην ελιτίστικη μειονότητα.

Αντίθετα σύγχρονος φιλελευθερισμός ενθάρρυνε την αρχομανία της μάζας, την οποία πόρωσε σε βαθμό, ώστε εκείνη να μην αναγνωρίζει κανένα είδος θεσμών και αξιών πέρα από εκείνες, που εξυπηρετούν τις δικές της ανάγκες και απαιτήσεις. Έτσι ο σύγχρονος άνθρωπος της μάζας δεν είναι εύκολο να χειραγωγηθεί λογικά, αλλά εύκολα διαβουκολείται δημαγωγικά και αποκτά μιαν επικίνδυνη, αυτόχρημα καταστρεπτική, επιθετικότητα, την οποία ο Ορτέγκα βλέπει να ενσαρκώνεται μέσα στο φασισμό και στον ισπανικό συνδικαλισμό με παραδειγματικό τρόπο.

Ο τύπος του ανθρώπου, που γεννήθηκε από τη νοθευμένη ερμηνεία της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας κατά τον 20ό αιώνα και μετά, είναι πρωτοφανής στην ιστορία της Ευρώπης. Ο άνθρωπος αυτός δε θέλει ούτε τις αιτίες να αναζητάει ούτε το δίκιο του να θεμελιώνει, αλλά είναι αποφασισμένος απλώς να επιβάλλει διά της βίας τη γνώμη του. Η μάζα δεν θέλει να συνυπάρχει με αυτό, που δεν είναι και η ίδια, και μισεί θανάσιμα ό,τι δεν είναι και η ίδια. Αντίθετα, η Φιλελεύθερη Δημοκρατία, η οποία παρέχει εγγυήσεις σε κάθε μειονότητα για τα δίκαιά της, είναι αποφασισμένη να συζεί μαζί με τον εχθρό της, να διδάσκει την ευγένεια και τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ανεκτικότητα.

9. Η προφητική αισιοδοξία του Ορτέγκα υ Γκασσέτ για την Ευρώπη: Παρόλα τα αρνητικά γνωρίσματα της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας, όπως αυτά εξάγονται από τη σπουδή των μαζών του 20ού αιώνα, τα οποία οδήγησαν το Γερμανό φιλόσοφο του πολιτισμού Όσβαλντ Σπέγκλερ στο να γίνει ένας απηνής πολέμιος της δημοκρατίας και πρόδρομος του εθνικοσοσιαλισμού και να προφητεύσει την «Καταστροφή του δυτικού κόσμου» (1918-1920), ο φλογερός υπερασπιστής της δημοκρατίας Ορτέγκα είναι βαθιά πεπεισμένος για το μέλλον της Ευρώπης. Το μέλλον αυτό θα το εγγυηθεί η εξέγερση των μαζών, η οποία στην πραγματικότητα θα είναι η μετάβαση σε μια νέα, ασύγκριτα καλύτερη οργάνωση της ανθρωπότητας. Το μόνο, που θα προδίδει την παρακμη, θα είναι κάποια «υποχώρηση της ζωτικότητας». Αλλά η παρακμή δεν θα έλθει, γιατί δεν θα την επιτρέψει η θέληση των μαζών να ζήσουν καλύτερα. Γιατί πράγματι, ο μέσος άνθρωπος ποτέ δεν έχει ζήσει τόσο ευχαριστημένος, ποτέ δεν είχε στη διάθεσή του τόσες απεριόριστες δυνατότητες να ζήσει όπως ζει σήμερα.

Ο μόνος κίνδυνος για την ευημερία του σύγχρονου ανθρώπου είναι ότι ο μέσος άνθρωπος θεωρεί αυτές τις κατακτήσεις του πολιτισμού ως κάτι το αυτονόητο, ως κάτι, που του δίνεται εκ φύσεως, γι’ αυτό και δεν επιδεικνύει κάποιο ενδιαφέρον για τις πηγές, από τις οποίες απορρέουν αυτές οι κατακτήσεις. Η αδιαφορία αυτή, που συνοδεύεται από μια τρομερή έλλειψη ιστορικής μνήμης και συνείδησης, παρατηρείται εντελώς ασυγκάλυπτη ανάμεσα στις μάζες των «πεπαιδευμένων αμαθών», ήτοι των γιατρών, των μηχανικών, των τεχνολόγων, των οικονομολόγων κλπ. Ο επιστήμονας σήμερα είναι πρότυπο του μαζανθρώπου, αφού η ίδια η επιστήμη τον μεταβάλλει σε πρωτόγονο, οιονεί νεοβάρβαρο. Αυτός ο τύπος του «πεπαιδευμένου αμαθούς», επειδή είναι αυθεντία στην ειδικότητά του, συμπεριφέρεται με αηδιαστική αλαζονεία απέναντι σε όλα τα ζητήματα, για τα οποία όμως πραγματικά δεν έχει ιδέα.

Αντίθετα προς τον Γιάσπερς, ο οποίος στο προαναφερθέν έργο του αφιερώνει ευρύ χώρο για το ρόλο του κράτους ως μηχανισμού της πρόνοιας για τη ζωή, ο Ορτέγκα στο σχετικό έργο του, και μάλιστα σε ένα σχετικά βραχύ κεφάλαιο, στρέφεται εναντίον της κρατικοποίησης της ζωής. Αυτό που απασχολεί τον Ορτέγκα διεξοδικότερα είναι το ερώτημα: «Ποιος κυβερνάει τον κόσμο;». Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό αφιερώνει σχεδόν ένα μεγάλο κεφάλαιο (14ο): «Το πλήθος των δυνατοτήτων, τις οποίες έχει στη διάθεσή του σήμερα ο μέσος άνθρωπος, είναι ασύλληπτα πολύ μεγαλύτερο από κάθε άλλη εποχή». Δυστυχώς όμως αυτός ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τί πρέπει να κάμει μ’ αυτές τις δυνατότητες, δεν έχει σκοπούς ή σχέδια ως καθήκοντά του για το μέλλον του. Και αυτός είναι ένας μεγάλος κίνδυνος για το μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της, ο οποίος τότε μόνον θα μπορούσε να αποσοβηθεί, αν ήταν δυνατόν κάποιος θεσμός ή κάποια δύναμη να δώσει στην ανθρωπότητα νέο προσανατολισμό αναθέτοντάς της νέα καθήκοντα και νέους σκοπούς. Αλλά ως τέτοια δύναμη για τους προσεχείς αιώνες δεν είναι δυνατόν να αναδειχτεί ούτε η Αμερική ούτε η Ρωσία, γιατί και οι δύο αυτές δυνάμεις είναι πολύ νέες, καινούργιοι απόγονοι της Ευρώπης, και ως τέτοιοι είναι φορτωμένες με τα ίδια προβλήματα της μητέρας τους.

Μια αναγεννητική ορμή για το μέλλον της ανθρωπότητας μπορεί να ξεκινήσει μόνον από την Ευρώπη, και όχι απαραιτήτως από την Ευρώπη των εθνικών κρατών, αλλά από μιαν Ενωμένη Ευρώπη, στην οποίαν ήδη έχουν εμφανιστεί μορφές πολιτικής ζωής, μέσα στις οποίες διατηρούνται οι βασικές αρχές του φιλελευθερισμού στη θέση της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας του 19ου αιώνα.

Ο Ορτέγκα με τις σκέψεις του αυτές για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες αναφέρονται στην Οικονομία, την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών με καταμερισμό της εργασίας, καθώς και στην Κοινή Αγορά, ασφαλώς προοδοποίησε τη φιλοσοφία της συγκροτούμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, όπως φαίνεται, θα είναι το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα, που ο 20ός αιώνας έχει να στείλει στον 21ο αιώνα.

10. Αίτια ανάπτυξης της Πολιτικής Ψυχολογίας: Από αυτή την προϊστορία της Π. Ψ. φαίνεται καθαρά η συγγένεια και η συνεργασιμότητα της Π. Ψ. προς τους χώρους της Ψυχολογίας, της Οικονομίας, της Πολιτικής Επιστήμης, της Πολιτολογίας, της Κοινωνιολογίας και της Διοίκησης. Από όλες αυτές τις περιοχές άντλησε βιαστικά η Πολιτική Ψυχολογία στοιχεία, μεθόδους και ιδέες, όταν οι πιεστικές ανάγκες της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου και προ του φάσματος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επέβαλαν επειγόντως την ανάπτυξή της.

Αλλά δεν ήταν μόνον οι εμπειρίες του Πολέμου, που πίεζαν την Ψυχολογία προς την κατεύθυνση αυτή. Ήταν κυρίως ανάγκη για προληπτικό εκσυγχρονισμό των δομών της Κοινωνίας και της Πολιτικής. Αρχικά στις Η.Π.Α. και ακολούθως στην Ευρώπη κατέστησαν οξύτατα και άκρως πιεστικά θέματα της Ψυχολογίας τόσον η απώλεια της εντιμότητας των πολιτικών όσο και οι δυνατότητες ελέγχου και επιρροής των πολιτικών επάνω στην Κοινή Γνώμη. Ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Χάροντ Ντούιτ Λάσβελτ

clip_image008

Harold Dwight Lasswelt (1902-1978)

του οποίου οι καινοτόμες έρευνες («Δύναμη, διαφθορά, εντιμότητα» 1963) φώτισαν πολλά από τα σοβαρά προβλήματα της μαζικής επικοινωνίας, θεμελιωτής της Πολιτικής Ψυχολογίας στις Η.Π.Α., θεωρεί ότι ο έλεγχος των μέσων διαμορφώσεως της Κοινής Γνώμης είναι το σπουδαιότερο μέσον της Πολιτικής. Η ανάγκη, που οδήγησε σ’ αυτή την εξέλιξη των Μ.Μ.Ε. στις Η.Π.Α., προκύπτει από την αυξανόμενη ένταση μεταξύ του δημοκρατικού πολιτεύματος και της οικονομικής ολιγαρχίας. Η ένταση αυτή αποτελεί θανάσιμη απειλή τόσο για τη Δημοκρατία όσο και για τον Καπιταλισμό.

Στην ανάπτυξη της Π. Ψ. συνέβαλε σημαντικά και η εξέλιξη του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού στην Ευρώπη. Η Π. Ψ. αναπτύχθηκε από αυτά τα δύο εξτρεμιστικά πολιτεύματα ως βοηθητικό μέσον τόσο για την χειραγώγηση των μαζών όσο και ως αμυντικός μηχανισμός απέναντι στην αποχαυνωτική προπαγάνδα, που συστηματικά ασκούσαν αυτά τα πολιτεύματα. Γι’ αυτή τη δεύτερη λειτουργία της Π. Ψ. εκφραστικά είναι τα έργα του Γερμανού κοινωνιολόγου Χορκχάιμερ και του επίσης Γερμανού φιλοσόφου Αντόρνο, και γενικότερα τα έργα των επιστημόνων της «Σχολής Φρανκφούρτης».

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η ανάπτυξη της Π. Ψ. γνώρισε ιδιαίτερες εξάρσεις. Έντονο παγκοσμίως ήταν το ενδιαφέρον να μελετηθούν οι μηχανισμοί και οι γνώσεις, που χρησιμοποιήθηκαν από το φασισμό, ώστε να δημιουργηθούν τα κατάλληλα αντίδοτα και να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα προς αποσόβηση της αναβίωσης του φασισμού και του ναζισμού.

11. Περιεχόμενα της Π.Ψ.: Έτσι η Π.Ψ. δεν περιορίζεται μόνο στην έρευνα των προβλημάτων της Πολιτικής, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους και τις θεωρίες της Ψυχολογίας. Επεκτείνεται ως μια διεπιστημονική συνεργασία στην έρευνα των αμοιβαίων επιδράσεων μεταξύ ατόμων, μαζών και πολιτικών, ανιχνεύοντας τις σχετικές διαδικασίες, που δημιουργεί ο άνθρωπος, καθώς και τις κοινωνικές δομές, που επηρεάζουν τις σχέσεις μάζας και πολιτικού. Οι πολιτικές διαδικασίες αντιμετωπίζονται βασικά ως αποτέλεσμα της κοινωνικής πραγματικότητας και αναλύονται με συσχετισμό της ιστορικής προοπτικής και του υποκειμενικού παράγοντος. Αλλά η μεγαλύτερη προσφορά της Π.Ψ. είναι ότι κατά την ερμηνεία των κοινωνικών ενεργειών και των πολιτικών πράξεων λαμβάνει σοβαρά υπόψη της την υποκειμενικότητα της μάζας και του ατόμου.

Αυτή ακριβώς η προσφορά της την ξεχωρίζει από την Κοινωνική Ψυχολογία, η οποία ερμηνεύει τη συμπεριφορά των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων βάσει ενδοπροσωπικών διαθέσεων και μικροδιαδικασιών, αλλά δεν λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες, που ασκούν επίδραση επάνω στο σύνολο της κοινωνίας. Η Π.Ψ. διαφέρει και από την Πολιτολογία, η οποία καθ’ όλη την ιστορική της πορεία ποτέ δε μελέτησε την επίδραση, που δέχεται ή ασκεί το υποκείμενο επάνω στη μάζα. Δηλ. ο χώρος, μέσα στον οποίον η Π.Ψ. μελετά τα θέματά της, ορίζεται από τη διαλεκτική ανάμεσα στις μικρές διαδικασίες του ατόμου και της κοινωνίας.

Με τον τρόπον αυτόν η Π.Ψ. έγινε δύναμη αντίδρασης απέναντι στις κοινωνικές κρίσεις. Διότι αφενός μεν με βάση τη μελέτη κοινωνικά διαφοροποιημένων ομάδων γινόταν ολοένα και δυσκολότερη η πρόγνωση για το πολιτικό σύστημα και τους ενδεχόμενους εκφραστές του, πράγμα που απαιτούσε την έρευνα της συμπεριφοράς των εκλογέων, των δυστροπιών των πολιτικών κομμάτων, των κοινωνικών και πολιτικών μεταβολών, της τρομοκρατίας ή των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως. Σ’ αυτόν το χώρο η συμβολή της Π.Ψ. είναι πολύτιμη.

Αφετέρου η Π.Ψ. καθιερώθηκε ως κριτική επιστήμη, ως επιστήμη εκ των κάτω, της οποίας η γνωσιοθεωρία είναι η κριτική για την επικρατούσα κατάσταση καθώς και για τις πράξεις των πολιτικά υπεύθυνων. Μάλιστα ο Χορκχάιμερ ήδη από το 1932 έχει χαρακτηρίσει την Π.Ψ. ως επιστήμη των κρίσεων.

12. Τα θέματα της Π. Ψ. είναι ευρύτατα και πολυάριθμα: Ερευνά την πορεία εξέλιξης και αντιμετώπισης του φασισμού, αναλύει τη συμπεριφορά του λαού με το παρελθόν του, επεξεργάζεται μελέτες για την ελίτ της Πολιτικής και γενικά για τους πολιτικούς ηγέτες, ερευνά την επίδραση της Πολιτικής και τη χειραγώγηση των μαζών, ασχολείται με την ψυχολογική επίδραση, που ασκούν τα Μ.Μ.Ε. τόσο επάνω στη μάζα όσο και στους πολιτικούς, μελετά τη συμπεριφορά των εκλογέων και την πολιτική κουλτούρα, σπουδάζει να εκτιμά τις συνέπειες της τεχνολογίας στη διαμόρφωση πολιτικής συμπεριφοράς, κάνει μελέτες για τα αίτια του πολέμου, της στρατοκρατίας, του φόβου των μαζών ή της πολιτικής αδράνειας, καθώς και για τις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον του.

13. Η Ψυχολογία της ειρήνης: Αλλά και η Ψυχολογία της ειρήνης, όπως αυτή εκδηλώνεται μετά το τέλος κάθε πολέμου, κατά τη διάρκεια του πολέμου ή και κατά τις παραμονές του, αποτελεί σπουδαίο θέμα της Π.Ψ. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αιώνα, αλλεπάλληλοι τοπικοί πόλεμοι (Γαλλική Ινδοκίνα, Κορέα, Καμπότζη, Βιετνάμ, Αφγανιστάν, Περσικός Κόλπος, Βοσνία, Αφγανιστάν, Συρία κλπ.), οι οποίοι ακατάπαυστα ποτίζουν με αίμα την υδρόγειο και λιπαίνουν με σάρκες ανθρώπων το χώμα της, η διαρκής απειλή από ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα, καθώς και η ευρύτατα εφαρμοζόμενη από τις μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις τακτική του εκφοβισμού, είναι τα σοβαρότερα θέματα, των οποίων η μελέτη εμπλουτίζει την Ψυχολογία της ειρήνης. Αλλά και η ψυχροπολεμική ένταση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως προσέφερε σπουδαία θέματα για τις σπουδές της Π.Ψ.

14. Η μεθοδολογία της Π.Ψ.: Αυτό όμως, που δίνει ιδιαίτερη σημασία στην Π. Ψ., δεν είναι τόσο τα θέματά της, όσο η μεθοδολογία της, η οποία την ξεχωρίζει ανάμεσα από όλες τις κοινωνικές επιστήμες. Η Π.Ψ., όπως και όλες οι κοινωνικές επιστήμες, δε διαθέτει ενιαία μέθοδο έρευνας, αλλά δανείζεται τις μεθόδους σχεδόν όλων των επιστημών, με τις οποίες συνεργάζεται. Έτσι ο ερευνητής της Π.Ψ. μπορεί να χρησιμοποιεί μαρξιστικές, ψυχαναλυτικές, ιστοριοδιφικές, κοινωνιολογικές, θετικιστικές κλπ. μεθόδους, αρκεί μόνο να μπορούν να τον διευκολύνουν στο έργο του, αλλά απορρίπτει διαρρήδην τις μεθόδους των φυσικών επιστημών, διότι η συμπεριφορά και η συνείδηση του ανθρώπου μπορούν να αναλυθούν μόνον ερμηνευτικά, δηλ. μέσω ερμηνευτικών μεθόδων. Αλλά και στην περιοχή της Π.Ψ. κοχλάζει ο λέβητας των μεθοδολογικών αντιπαραθέσεων μεταξύ των ειδικών, όπως αυτός ο βρασμός αποτελεί μόνιμη σχεδόν κατάσταση σ’ όλες τις κοινωνικές επιστήμες.

Οι Αμερικανοί κατηγορούνται ότι κάνουν κατάχρηση του μπιχεβιορισμού και αφήνουν έξω από τα ενδιαφέροντα της Π.Ψ. τα μεγέθη, που ασκούν κοινωνικές και πολιτισμικές επιδράσεις. Οι ερμηνευτικοί (κυρίως ερευνητές στη Δ. Ευρώπη) κατηγορούνται ότι οι έρευνές τους είναι ελάχιστα επιστημονικές, διότι είναι πολύ υποκειμενικές και επομένως είναι ανεξέλεγκτες.

15. Η Π.Ψ. ως ακαδημαϊκή επιστήμη: Παρά την τεράστια σημασία της Π.Ψ., όπως αυτή φάνηκε από την μέχρι τώρα σκιαγράφηση του περιεχομένου και των σκοπών της, αυτή η επιστήμη δεν κατέστη ακόμη δυνατόν να εισαχθεί ως αυτόνομη στις πανεπιστημιακές και στρατιωτικές σχολές της Αμερικής και της Ευρώπης, διότι δυστυχώς εξακολουθεί να θεωρείται παρακλάδι της εν γένει Ψυχολογίας ή της Πολιτικής Επιστήμης. Αλλά ο ταχύς μετασχηματισμός των κοινωνιών, ιδιαίτερα μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου, η ειρηνική διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως με παρεπόμενούς της αλυσιδωτούς πολέμους εθνικής ανεξαρτησίας πολλών λαών, οι ποικίλες τάσεις για δημιουργία νέου τύπου σοβινισμού και εθνικισμού, η διεξαγωγή πολέμων, ο αναδυόμενος σε πολλά μέρη του κόσμου δεξιός εξτρεμισμός, είναι λόγοι σοβαρότατοι, που επιβάλλουν ως απολύτως αναγκαία την παρέμβαση της Π.Ψ., με της οποίας τη βοήθεια πρέπει να μελετηθούν και αναλυθούν στο πλαίσιο διεπιστημονικών και διακλαδικών ερευνών τα ποικίλα προβλήματα της Πολιτικής και να δοθεί η εμπρέπουσα σημασία στα μεγέθη, που ασκούν ψυχολογική και κοινωνική επίδραση επάνω στο υποκείμενο. Το έσχατο και ύψιστο καθήκον της Πολιτικής είναι να κρατήσει όρθιο και άγρυπνο το άτομο μέσα σε κάθε κλυδωνισμό του σκάφους της κοινωνίας.

 

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης