Πρόσωπα & Πράγματα:

Θανάσης Παπαθανασόπουλος:

Η Αιτωλοακαρνανία στη ποίηση του

 Γιώργου Αθάνα

 


Γεώργιος Αθάνας

     Μούσα του Ναυπάκτιου ποιητή Γιώργου Αθάνα είναι ολόκληρη η Ελλάδα, μα περισσότερο τον κεντρίζει ο γενέθλιος σκληρός τόπος και ιδιαίτερα οι άνθρωποι, η ιστορία και τα τοπία της Αιτωλοακαρνανίας. Τα οράματά του αυτά περνούν σ’ όλες σχεδόν τις πολυσέλιδες ποιητικές του συλλογές, μα προπαντός στις δύο μεγάλες σειρές που περιέχουν τα οχτάστιχα «Τραγούδια των βουνών» και στη συλλογή «Ευδοκία». Ο ίδιος έτσι εμφανίζεται σαν τον αρχαίο Ρουμελιώτη προπάτορα, τον Ησίοδο, που ρίζωσε στο χώμα του και τραγούδησε κι αυτόν τον στεριανό άνθρωπο του καιρού του.

Και ο Αθάνας παρέμεινε πιστός στις εθνικές καταβολές του σαν τον Ασκραίο συνάδελφό του. Μα μέσα από την ποίησή του εκδηλώθηκε και σαν ένας κοσμοπλάνητος, που η μούσα του πήρε εφόδια και από τον πολιτισμό της αστικής ζωής παράλληλα με εκείνου της γεωργικής και της ποιμενικής.

Ο Αθάνας τραγούδησε τόσο τον ρηχοφυτεμένο στον αστικό πολιτισμό επαρχιώτη, όσο και τον ορεσίβιο φτωχό και απομονωμένο στις δικές του πολιτιστικές επάλξεις, που ωστόσο, παρά τις δυσκολίες κατάφερε να δημιουργήσει το δικό του αυτόφυτο και σχεδόν αυτόνομο πολιτισμό, αυτόν που ονομάζουμε λαϊκό.

Συχνά όμως ο Αθάνας κάνει χρήση και των πολύχρωμων και κάποτε φανταχτερών οράσεων του αστικού του κόσμου. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο ποιητής αυτός δεν σχετίζεται πολύ με τη νοοτροπία του αποκλεισμένου από την κοσμικότητα, όπως λ.χ. συμβαίνει με δύο άλλους ομολόγους του ποιητές, τον Θανάση Κυριαζή και τον Γιώργο Κοτζιούλα. Ο Αθάνας ξέρει να κινείται άνετα και μέσα στην την τύρβη των αθηναϊκών σαλονιών. Τραγουδάει τους Αιτωλοακαρνάνες στα «Τραγούδια των βουνών», όμως αποτείνεται και στους κορεσμένους από καταναλωτικά αγαθά ανθρώπους των μεγαλουπόλεων. Κι ακούμε κάποτε το λυρικό του λόγο σαν εξωπραγματικό.

Τα αδρά τοπία και τα λιτά ήθη που περιγράφει και ανυμνεί μας ξαφνιάζουν.
Λαχταρούμε να ξαποστάσουμε σε μια από τις πολλές κρυσταλλοπηγές που περιγράφει, να μυρίσουμε ένα κυκλάμινο ή ένα ανθισμένο κλωνάρι ορεινού τσαγιού, από αυτά που μας κάνει να βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής διαβάζοντάς τον. Και οι αδρές λέξεις του ρουμελιώτικου ιδιώματος κερδίζουν σε υλικότητα, σε στερεότητα, με τον τρόπο που τις χρησιμοποιεί.

Το ποίημα που ακολουθεί περιγράφει μια μεσολογγίτικη μικροκοσμικότητα από τη φιλολογική ζωή τού τόπου στη δεύτερη ή την τρίτη δεκαετία του περασμένου αιώνα. Το σκηνικό στο Μεσολόγγι με τον Ζυγό στο βάθος και το ζωογόνο αεράκι της Λιμνοθάλασσας. Στην παρέα ο Μεσολογγίτης ιδιόρρυθμος ποιητής και αισθαντικός Μίμης Λιμπεράκης και ο φιλολογών Πρόεδρος Πρωτοδικών Μεσολογγίου Ποτέν. Δεν αναφέρεται το επώνυμό του, παρά μόνο το παρατσούκλι που του κόλλησαν οι Μεσολογγίτες. Και αυτό επειδή ο δικαστής εκείνος είχε τη συνήθεια, τη λέξη «ποτέ» να την αποδίδει στους πειραχτικούς
ακροατές του ως «Ποτέν». Ο λόγος φυσικά για τον Μιλτιάδη Μαλακάση που διατηρούσε θερμές πνευματικές σχέσεις με το Παρίσι και ιδιαίτερα με τον ελληνογάλλο ποιητή Ζαν Μορεάς (Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο). Παρακολουθούμε τη σκηνή στο ποίημα «Μεσολογγίτικο:

 

Φύσα αγεράκι του Ζυγού
και της Λιμνοθαλάσσης.

Απ’ τη γητειά του Παρισιού
γυρίζει ο Μαλακάσης!

 

Μ’ άσπρα χονάκια στις κορφές
- σοδειά του Σηκουάνα -
γέρνει φύει τις αδερφές
σκύβει φιλεί τη Μάνα.

 

Προβαίνει στο μπαλκόνι του
βάζει το χέρι αντήλιο,
κι αχ, περασμένοι χρόνοι του
ψάχνει να ιδή τη Μπίλια.

 

Γλυκά φωτίζεται η θωριά
σαλεύει αργά το χέρι
και χαιρετάει το Μπαταριά
κατά του Καλιαντέρη.

 

Ώ, με τι πόνο αναθυμιό
στα μάτια του καλού μας

 

την πόρτα για τον Αϊ-Συμιό
διαβαίνει ο Τάκη-Πλούμας!

 

Όλο στ αλήθεια μελετά
κι όλο το λέει στα ψέματα
να κατεβή στο Γαλατά
να πάη στα Κλεισορέματα

 

καβάλα - μην του το θυμάς -
στ άσπρο του τ’ άλογο όπου
τον έβλεπε κι ο Παλαμάς
ξανθή χαρά του τόπου!..

 

Βραδάκια τον Καρτιέ Λατέν
ηχούν στον ανεμόμυλο,
ο Λιμπεράκης κι ο Ποτέν
δεν λείπουν απ’ τον όμιλο.

 

Κι ο Δάσκαλος «της δωρεάς»
μοιράζει τη «σφραγίδα»
μιλώντας για τον Μωρεάς
στη γαληνή Τουρλίδα.

 

 

 

Το ποίημα που ανέφερα προέρχεται από τη συλλογή «Ευδοκία».

Ο λυρικός κόσμος του Αθάνα είναι ένας κόσμος που δημιούργησε συνείδηση αυθεντική και αμεταποίητη. Και ο σκοπός αυτής της συνείδησης είναι σαφής και αστασίαστος: θέλει να περισώσει το σκάφος που έφερε τον αρχέγονο άνθρωπο από το σκότος και την κιβδηλία στο φως και στην αυτοσυνειδησία. Τώρα μάλιστα που τα ύδατα του μηδενισμού κατακλύζουν το ιστορικό τοπίο, ο Αθάνας, ως ένας φιλάνθρωπος των εσχάτων καιρών επιχειρεί, έστω και την τελευταία στιγμή να μυήσε τους αναγνώστες του στις αρχιτυπικές λειτουργίες της ψυχής. Τόπος άβατος η γλώσσα του για τους περισσότερους αστούς που
μιλάνε την ξύλινη γλώσσα των πολιτικών συνθημάτων και των εμπορικών διαφημίσεων. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το κέντρον απορίας των μοντερνιστών.

Αυτά τα οχτάστιχα των δύο τετραστίχων, με τη σταυρωτή συνήθως ομοιοκαταληξία διανοίγουν ορίζοντες και αποτελούν την πιο υγιή κατάθεση των τελευταίων χρόνων στην τράπεζα των νεοελληνικών αναζητήσεων.

Καιρός όμως να επισκεφθούμε και τον κόσμο της Αιτωλοακαρνανίας, όπως μας τον αποτυπώνει λυρικά στη συνείδησή μας ο Αθάνας στο μεγάλο «εν προόδω» έργο του, που φέρει τον γενικό τίτλο «Τραγούδια των Βουνών».

Όλα τα τραγούδια και των δύο τόμων αναδίνουν «ζέστα ψυχής, θερμή φιλία, απροσποίητη οικειότητα, οικογενειακή θαλπωρή, συμποτική και συμποσιακή διάθεση, λεβεντιά, καλοπροαίρετη μπερμπαντιά, λυγίσματα και τσακίσματα χορευτικής αρρενωπότητας» (Καραντώνης). Έτσι προβάλλεται επιδεικτικά αλλά και σεμνότροπα μαζί ο ρωμαίικος χαρακτήρας. Αυτός ο κόσμος, θα μπορούσαμε να πούμε, δεν είναι του καιρού μας. Είναι κόσμος του Ησίοδου και του Ομήρου- φρόνιμος και ταραγμένος, ησυχασμένος και ακατάστατος κόσμος αρχετυπικά μαγικός που ανασαίνει μέσα σε μια σχεδόν παραδείσια πληρότητα. Κι ακούστε πώς λάμπει λεκτικά η ομηρική φιλοξενία στις σελίδες των ποιημάτων τούτων:

 

Μηλιώτες και Μηλιώτισσες, πολλή σας καλημέρα!

Δώστε μου λίγη απιλογιά, που είμαι παλιός σας φίλος:

Δε θα κονέψω στο χωριό, διαβαίνω καταπέρα,
μόνε πού πέφτει πέστε μου τον Κατσιγιάννη ο μύλος.

Κατακατήφορος κοφτός, που γόνατα τσακίζει,
νερόμυλος αχάλαγος απ’ τον καιρό του Νώε,
κι ο μυλωνάς καλόκαρδος στον ίσκιο γιοματίζει:
-Καλώς τον ξένο
πώφτασε! Πάρε ψωμί και τρώε!

Ιδού και ο εφησυχασμός του ορεινού Οδυσσέα μετά το τέλος των περιπετειών της ζωής και την επιστροφή του στην Ιθάκη:

Θα βγω ψηλά στην Παπαδιά, ψηλά στο Τσακαλάκι,
να βρω χιλιόχρονο έλατο, στη ρίζα τον να κάτσω,
να βοτανίσω στην καρδιά της πίκρας το μαλλάκι,
να θυμηθώ τα ντέρτια μου και να τα δέσω μάτσο.
Ντέρτια γλυκά, ντέρτια πικρά, ντέρτια φαρμακωμένα,
ώς τώρα ζήσαμε μαζί - καιρός να σας χωρίσω!

Σύρτε να βρήτε άλλες καρδιές, αφήστε με κι εμένα

δίχως καημούς να κοιμηθώ και δίχως να ξυπνήσω!

Ο απροσδιόριστης ηλικίας ρουμελιώτης ήρωας των ποιημάτων αυτών χωνεύει μέσα του όλες τις ηλικίες, μα στον αφρό της θύμισης ανεβάζει της περισσότερες φορές την ηλικία της νιότης, τότε που ο έρωτας κεντούσε την ψυχή του σαν ζωτικό αλάτι. Κι αυτό γιατί ο Γ. Αθάνας είναι ένας ποιητής της ύπαρξης και της ζωικής ορμής, που ίσως να μην πορεύεται από τον ένα στον άλλο αναβαθμό, όπως το θέλει η φιλοσοφία του Μπέρξον και η «Ασκητική» του Καζαντζάκη, αλλά που όμως δικαιώνει τις επιλογές του ανθρώπου και δικαιώνεται στο τέλος απ’ αυτές.

Και όλα αυτά συμβαίνουν όταν το πάθος για ζωή, ο σεβασμός στα παραδομένα και η a priori αποδοχή της εποπτείας του Θεού πάνω μας πολιτογραφούνται από τον αυθεντικό λόγο. Γιατί ο Αθάνας στο έργο του αυτό τραγούδησε για όλους μας μια ζωντανή ιστορία, με το να διηγηθεί τη μελωδία της, καθώς θα “λεγε με τον ευγενικό του τρόπο και ο Ισπανός λυρικός Αντόνιο Ματσάδο.

Έτσι παρακολουθήσαμε την ανάσταση των συμβόλων κάποιων παραδοσιακών αξιών που φαίνεται ότι παραμερίζονται στα χρόνια μας. Όλη αυτή η πανίδα των στερημένων, όμως ευχαριστημένων από τον λιτό τόπο τους Ρουμελιωτών, μας ενθαρρύνει μέσα στις πόλεις όπου λιγοστεύουμε καθημερινά ανάμεσα στις συμπληγάδες του ενός βιοτικού και του άλλου περιβαλλοντικού προβλήματος. Όσο η ψυχή κοιτάζει προς τις ανοιχτωσιές των ορεινών οριζόντων, υπάρχει ελπίδα, υπάρχει λυρισμός, υπάρχει η άχρονη λάμψη του μυθικού κόσμου, που βρίσκει διεξόδους και ευαγγελίζεται ειδήσεις εξανάστασης και σωτηρίας.

Πού να πρωτοσταθείς, ποιά να πρωτακούσεις, πώς να ξεχωρίσεις ποιοτικά το τέλειο από το λιγότερο τέλειο, αφού όλα τα στροβιλίζει μια αδιάπτωτη διάθέση, σχεδόν διονυσιακή. Κανένα οχτάστιχο δε θα σε προλάβει να σε απογοητεύσει, γιατί μόλις αρχίζεις να παρατηρείς μια κάποια αδυναμία του, θα σε ικανοποιήσει αμέσως το επόμενο. Είναι σα να ξετυλίγεται ανάμεσά τους μια παράξενη ποιητική σκυταλοδρομία προς ένα νικηφόρο τέλος, που στο τέλος στεφανώνει το σκυταλοδρόμο».

 

Να είσαι γιομάτος σαν τ’ αυγό, καλός σαν τη μπομπότα
και δυνατός σαν το κρασί κι ακράτος σαν το λάδι!

Κοντά στ αλέτρι γελαστός, χαρούμενος στα πρότα
κι ακόμα πιο καλόκαρδος στο σπίτι σου το βράδυ!

 

Αφόγκρο δίνε ταπεινό στη γνώμη του Πατέρα,
προσκύνα σαν εικόνισμα της Μάνας σου τη ρόκα,
αγάπα τη συγκόρμισσα κι όχι άλλη παραπέρα,
του κόσμου γλέντα τη χαρά χορεύοντας το γιόκα!

 

Και παρακάτω ένας μακαρισμός στο μαχητικό Ρουμελιώτη κι ένας ύμνος
στο τοπίο μέσα στο οποίο γεννιέται και ανδρώνεται:

 Να μουν στο Γαύρο δάσκαλος, παπάς στο Καταφύγι,
τσοπάνος στη Λευτέριανη, στην Κεντρική λοτόμος,
στον Ασπριά για πέρδικες να βγαίνω στο κυνήγι.

Νά \μουν ζευγάς στο Χρύσοβο, στη Μάρω τυροκόμος.

Λεβεντοχώρια μου άλλα δυό, Νίσβαρι καί Λιμνίστα
σαν ταχυδρόμος σάς περνώ και γράμμα σάς αφήνω...

Ήθελα νά μουν έπειτα γλεντζές στη Βετολίστα

και σώγαμπρος στην Ελετσού, που νάμπω και να μείνω!

 

Φτάνοντας στο τέλος της μικρής αυτής περιδιάβασης, καθώς την περιόρισε κιόλας ο χρόνος της βιαστικής συνεδριακής κλεψύδρας, δεν αισθάνομαι πως εξάντλησα το θέμα μου. Για πολλούς λόγους και κυρίως γιατί η προσφορά του Αθάνα έχει μια γνησιότητα που ξαφνίζει, νοηματοδοτώντας τον κόσμο από την αρχή. Τίποτε το φιλολογικά «πεποιημένο» σ’ αυτή τη λυρική προσφορά, τίποτε το προμελετημένο, το ψυχρά «αλεξανδρινό». Σ’ άλατα ποιήματα ακούμε περιγραφές και εξηγήσεις για ζωντανά δικά μας πράγματα που εκφέρονται με ζωντανή γλώσσα. Η βούληση του ποιητή είναι διαρκώς στραμμένη προς το αιώνιο βλέποντας τον άνθρωπο και τα πράγματα που τον περιβάλλουν σαν το διαλεκτικό ξετύλιγμα πάνω στη γη, ακριβώς αυτής της ιερής μα και αινιγματικής έννοιας του αιωνίου.

Στα ποιήματα με τα οποία υμνεί τον γενέθλιο τόπο, καμία όψη της αλήθειας δεν θυσιάζεται αυθαίρετα στην άλλη και οι λαμπεροί στοχασμοί του συχνά αποτυπώνονται στη γλώσσα της υποβολής, δηλαδή της μυθολογίας. Μα και στις λίγες στιγμές που συναντούμε την ευγλωττία του, αυτή είναι σοβαρή και σεμνή, πυκνή και λιτή. Από πολύ νωρίς ο Αθάνας είχε ασκηθεί να ξεχωρίζει το γνήσιο από το κίβδηλο, το αυθεντικό από το πλαστό, το ιερό από το εκμαυλισμένο. Μέσα στην όλο ανθρώπινη προσήνεια και ελληνικό μέτρο αυτή ποίηση τα πάντα μάς χαμογελούν ως ανάμνηση από τους χρόνους της προαιώνιας ενότητας των στοιχείων της δημιουργίας με το Δημιουργό.

 

____________________________________________

 *Σημείωση: Το κείμενο που καταχωρείται ανωτέρω αποτελεί εισήγηση του Θανάση Παπαθανασόπουλου στο Λογοτεχνικό Συνέδριο που οργάνωσε η "Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία (ΑΙ.ΠΟ.Ε)" στο Μεσολόγγι το Νοέμβριο του 2004 με τίτλο "Η Αιτωλοακαρνανία στη Νεοελληνική Λογοτεχνία" , τα πρακτικά του οποίου δημοσιεύτηκαν από την διοργανώτρια εταιρεία το 2005.