Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Λαογραφία

 

Απ την Καραγκούνικη ηθογραφία

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΣΟΡΟΒΙΓΛΙ*

του Δημ. Λουκοπούλου

 

Βρέχοντας μπήκε ο Δεκέμβρης, και βρέχοντας πήγε ως τα Χριστούγεννα. Μέρα και νύχτα βροχή, όλο βροχή, πότε μαλακή σαν την ανοιξιάτικη ψιχάλα, πότε δαρτή, ώρες – ώρες τρόμπα, κάποτε και με τα ασκί νεροποντή, αστραπόβροντο, χαλασμός κόσμου.

Ήλιου αχτίνα δεν πρόβαλε, τόσες μέρες πουθενά για να γελάσει η γής. Τα ρεματάκια θέριεψαν κι έγιναν ποτάμια αδιάβατα απ το πολύ νερό, αναμπλάζει  ολούθε τέτοια κι ο κάμπος, η βουνοπλαγιά, το βουνό. Χαντάκια δεν μπορούσες να τα πηδήσεις, γιατί κι αυτά κατάντησαν ρέματα. Ξερολάγκαδα, που ποτέ τους άλλοτε δεν είδαν νερό, έσυραν. Αναμαλάζει ολούθε τέτοια ο κάμπος, η βουνοπλαγιά, το βουνό.  Σηκότι έγινε ο τόπος απ την λάσπη, γι αυτό όπου κι αν πατήσεις βουλιάς, όπου κι αν πάς χώνεσαι ως το γόνα στη λάσπη.

Σαν το μανιωμένο θηρίο που ξερνάει λάβα  και πυρ ρεκάζει ο Ασπροπόταμος εκεί παρακάτω, όπως τρεχάτος περνάει για να φέρει τα νερά του τα θολόπηχτα στης Κατοχής τον κάμπο κι από κεί στο γιαλό της θάλασσας. Με το μάτι δεν ξεχωρίζεις πιά που σουδιάζει το ποτάμι και που αφήνει ρήχη, τόσο πολύ είναι κατεβασμένο. Θάλασσα ακρής ακρής. Ξεριά δεν αφήνει ολότελα για να πάν οι Καραγκούνες να στήσουν τα μπουγαδοκόφινα, να πλύνουν τα ασπρόρουχα.

Έως κοντά στο έβγα όμως του Δεκεμβριού ξεθύμανε ο καιρός πια και το γύρισε χιόνι. Ένα από τα μερόνυχτα έμπασε έμπασε χιόνια στα ψηλά βουνά… Αυγό έγινε η Κυρα-Βγένα αντίκρυα, αυγό και το Ριγάνι. Άσπρισε ο Ζυγός από πέρα, ασπροπρόσωπος ξεπρόβαλε ένα πρωί  κι ο Πεταλάς.

Τόστρωσε και στο κάμπο, κι ασπρίζει ως την άκρη της λίμνης το χιόνι. Την πρώτη μέρα  μαυράδα στη γή πουθενά δεν ξεχωρίζεις.

Ύστερα από το χιόνισμα το πήρε ο βοριάς κι έδιωξε τα σύννεφα από τον ουρανό κι ολογάλανος απ΄ το πρωί ως το βράδι σκορπίζει την άπειρη καλοσύνη του στο κόσμο. Λιακάδες άρχισαν αδιάκοπες. Λιακάδα σήμερα, λιακάδα ταχιά, όλες τις μέρες ο ήλιος ζεστός πέφτει στη γή. Τα νερά στα ρέματα σιγά σιγά  έστειψαν, δεν έσερναν τα ξερολάγκαδα, πυγές δεν αναβλύζουν εκεί που ανέβλυζαν πριν.

Η άγρια μάνητα του Άσπρου έπαψε εδώ και λίγες μέρες. Γλυκά αχώντας το ποτάμι τώρα σαν γονιμάτο μελίσσι, κυλάει τα ολογάλανα νερά του.

Ξεχιόνισε ο κάμπος της Λεπενούς σιγά – σιγά και τα βουναλάκια γύρω. Σαν τ άσπρα ποταμολίθια  ασπρολογούν τώρα τα πρόβατα μες του κάμπου τον αφαλό και ματρίζουν οι βλάχοι που παν από κοντά τους.

Στις μεγάλες χαρές τους είναι τούτες τις μέρες, γιατί δεν έλιωσαν μόνο τα χιόνια που είχαν σκεπάσει τα λειβάδια τους, μα κόντιναν και τα χορτάρια. Μια σπιθαμή στο ψήλο πήγε η καραβίτσα με του ήλιου τη ζεστασιά και το πράμα βρίσκει να βόσκει στον τόπο.

Αυτά βλέπει ο βλάχος και καμαρώνει. Ιδές τον εκεί: ακουμπισμένος στην μακριά του γκλίτσα με τα χέρια πλεγμένα σφυρίζει ή και σαλαγάει τα αρνάκια του που παίζουν στου ήλιου τη λαμπράδα.

Έτσι έφτασε και η παραμονή του Αη Βασιλιού που περιμένει και πως τον περιμένει   ο κόσμος. Στις μεγάλες χαρές τους είναι του του Σοροβιγλιού τα κορίτσια με την τόση καλοσύνη του καιρού. Και γιατί να μη χαίρονται. Πρωτοχρονιά έρχεται, Γενάρης ξημερώνει.

Η συνήθεια η καλή που βρήκαν από μανάδες και γιαγιές με καλόν καιρό θα γίνει. Πριν φέξη, βλέπεις, πρέπει να κατεβούν στο Ρ ε ο (1) να πάρουν νερό και να το φέρουν αμίλητα στο σπίτι τους για τον καλόν το χρόνο.

Από μέρα άρχισαν το παιχνίδι του οι Καραγκούνηδες κάτω στα μαγαζάκια του χωριού τους. Παίζουν τον «Αι – Βασίλη» για τα χρόνια πολλά.

Οι Καραγκούνησες στα σπίτια τους ετοιμάζουν, έφτιασαν τα αϊβασιλιάτικα γλυκίσματα, έφτιασαν τη βασιλόπιτα, ζύμωσαν και το καλό ψωμί για ταχιά. Δουλειά – δουλειά από απ το πρωί ως το βράδυ.  Τους πήρε η νύχτα κι ακόμα να τελειώσουν..

Τα μεσάνυχτα σχεδόν έφτασαν και το λακριδί δεν κόβεται σε κανένα σπίτι. Λάλησαν όμως τα κοκόρια στο υστερότερο φως δεν ξεχωρίζεις αλλού στο χωριό μέσα, παρά μόνο στα δυό κουτσομάγαζα όπου είναι κολλημένοι στο Φάντη πάνω οι Καραγκούνηδες.

Ο τρίτος λάλος των κοκοριών δεν άργησε ν ακουστεί εκείνο το βράδυ. Το λάλησαν και τα κοτιά γρήγορα πως  η μεγάλη ώρα ήρθε να κατέβουν τα κορίτσια στον Άσπρο για τα αμίλητο νερό.

Του Μίχα όμως η Μαργαρίτα πριν απ τις άλλες ξύπνησε, γιατί και πρώτη απ όλες στο χωριό κοιμήθηκε.

Πήγε ίσα στο τζάκι, πήρε ένα μεγάλο δαυλί στο χέρι της για να φέγγει στο δρόμο, φορτώθηκε και τη νεροβάρελα και πετάχτηκε απ τη πόρτα έξω.

Ο δρόμος την έφερε στο κάστρο. Το πέρασε κει που είναι χαλασμένα ανεμίζοντας τ αναμμένο δαυλί για να βλέπει να περπατεί. Μα ξάφνου ο κρότος από ένα αυτοκίνητο την τρόμαξε.  Περνούσε εκεί παρακάτω στον αμαξόδρομο. Καθώς τα φώτα του έδεειξαν απ το Βραχώρι έρχεται και  τραβάει για τη Σφήνα και τον Καρβασσαρά. Στάθηκε λίγο η Μαργαρίτα κι αφουγκράστηκε μη τύχει κι έρχεται και κανένα άλλο από κοντά του. Τίποτε.

Πάτησε βιαστικά για να περάσει τον αμαξόδρομο μην της τύχει και κανένα κακό συναπάντημα. Μα από ό,τι φυλαγόταν δεν τη γλύτωσε Δεν είχε κάνει καμμιά πενηνταριά βήματα και να, άλλη Καραγκουνοπούλα μπροστά της τρακαρίστηκαν. Ανέμισε το δαυλό της η Μαργαρίτα και την είδε. Ήταν η Γκόλφω του Γκούλια. Πρόλαβε αυτή και πήγε πρωτύτερα στο ποτάμι.

Στην αναλαμπή του δαυλιού της έσκυψε και πέρασε από μπρός της δίχως να της μιλήσει. Μόνο, όταν προσπέρασε μουρμούρησε: Gote ati vedu στων Καραγκούνηδων τη γλώσσα  που στα Ελληνικά θα  πεί «Μπροστά μου βρέθηκες! ‘Όλα τα αγαθά που ζητάς να σου λείψουν». Και πάει. Έγινε άφαντη.

 -Κακά συναπαντήματα κι άλλα θάχω, συλλογίστηκε. Δεν είναι δουλειά καλή αυτή, πρέπει ν αλλάξω δρόμο!

Αφήνοντας η Μαργαρίτα τον δημόσιο το δρόμο δεν πάει ίσια, μα έστριψε δεξιά και γρήγορα στην ακροποταμιά. Σε δέκα λεπτά της ώρας ήταν εκεί, γιατί έχει γρήγορη περπατησιά.

Χίμηξε στο νερό, βούτηξε το δαυλί της για να το σβήσει, κι είπε:

-Μακάρι έτσι και να σβηστούν και τα κακά απ το σπίτι μας.

Πήρε νερό απ το ποτάμι και νίφτηκε, στέριωσε έπειτα τη βαρέλα και τη γέμισε ποταμίσιο νερό. Ήταν έτοιμη να τη φορτωθεί, μα θυμήθηκε πως πρέπει να πάρει μαζί της και σπαραγκιάς ξερόκλαδα.

Κοίταξε εδώ κοίταξε εκεί, στον όχτο δεν βρήκε.

-Το ίδιο κάνουν και τα σπερδούκλια, είπε. Και μάδησε κάμποσα από δαύτα. Τάφτιαξε μια καλή χεριά και γύρισε η Καραγκουνοπούλα. Φορτώθηκε και τη βαρέλα και τράβηξε για το χωριό.

Δεν άργησε η Μαργαρίτα να φτάσει στο σπίτι της, όπου άγρυπνοι πια την περιμένουν οι δικοί της

-Χρόνια σας πολλά, είπε Καραγκούνικα, με υγεία και ευτυχία τον καινούργιο χρόνο!

-του χρόνου στο σπίτι σου, της ευχήθηκαν όλοι.

Κι αυτή πήγε και απίθωσε τη βαρέλα πρώτα στο νεροχύτη, έπειτα  σίμωσε στη γωνιά και πέταξε στη φωτιά τα σπυρδούκλια.

-Κρακ, κρακ, κράκ….. ακούστηκαν κρότοι, ένας ….πολλοί.

Μετρούσαν όλοι τους εκεί μέσα, γιατί κάθε κρότος μηνάει και ένα έτος. Όσοι περισσότεροι τόσο το καλύτερο για την οικογένεια. Χρόνια πολλά θα ζήσουν και θα ευτυχήσουν.

Μετά σηκώθηκαν ένας ένας και νίφτηκαν τα αμίλητο νερό  για καλή χρονιά.

Τα παιδιά φίλησαν το χέρι των γονιών του και πήραν την πρωτοχρονιάτικη ευχή και τον μπουναμά. Από μια δραχμή τα μικρά και η Μαργαρίττα ένα πεντόδραχμο. Του χρόνου να είναι στο σπίτι της με τον καλό της.

Δεν λησμόνησαν και τα ζωντανά  τους αυτή την μέρα Φέγγοντας πήγε η Μαργαρίτα κι έριξε αμίλητο νερό εκεί που μένουν οι κότες. Πήραν κι αυτές το μερτικό τους για να περάσουν καλά τον καινούργιο χρόνο.

Υστερότερα πότισε τη γίδα που ήταν δεμένη στο χαμόσπιτο που είχαν χτισμένο επίτηδες για τα μαρτίνια. Πότισε και τα άλογο στο στάβλο. Όλα τα ζα βλέπεις πρέπει να πιούν αμίλητο νερό την πρωτοχρονιά. Έτσι βρέθηκε το έθιμο. Το φυλάν όπως το πήρανε οι Καραγκούνηδες, το δίνουν και στους άλλους που έρχονται κοντά τους. Χρόνια και χρόνια το ίδιο γίνεται.

ΔΗΜ. ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ

(1) Ο Άσπρος, το ποτάμι

Δημοσιευμένο στην εφημερίδα του Αγρινίου «ΤΟ ΦΩΣ» 1933

 

 


 

 

Άλλες συνδέσεις

Διευθύνσεις

Γιάννης Π. Βλασόπουλος Δημοτσέλιου 15
30100 Αγρίνιο

Αξιολογήσεις

Αν υπάρχει κάποια συνταγματική αρχή που επιβάλλει μεγαλύτερη προσήλωση από τις άλλες, αυτή είναι η αρχή της ελευθερίας της σκέψης - και συνακόλουθα της έκφρασής της. Όχι της ελευθερίας της σκέψης γι' αυτούς που συμφωνούν μαζί μας, αλλά της ελευθερίας για τη σκέψη την οποία μισούμε.

Ημερολόγιο


Η Νέα Εποχή © 2006| All Rights Reserved

Design by RTBWizards.com