Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Ο τόπος μας (1945):

                                     Η μέρα του Αϊ-Νικόλα

  


Γράφει ο Δημοσθένης Γεωργοβασίλης

 

    

Ο πατέρας, από έφηβος ακόμα, σεβόταν την ημέρα μνήμης του Αγίου Νικολάου. Με ήλιο, ή και με βροχή ακόμα, θα πήγαινε ποδαράτα στη εκκλησία της Ντέμης, στον Αϊ-Νικόλα, κάτω στο παλιό χωριό, εκεί κοντά στη λίμνη, όπου οι Ντεμιώτες είχαν και το νεκροταφείο τους. Έβλεπε κάποιους από τους παλιούς νοικοκυραίους πόσο καλοστεκούμενοι και ψηλόλιγνοι κρατιούνταν, ακόμα και στα γεράματά τους, και τούς θαύμαζε. «Τί ωραίοι και πόσο καλοσυνάτοι είναι αυτοί οι παλιοί Ντεμιώτες;», έλεγε κάθε φορά, που έφτανε ο λόγος του σε κείνους. Και όμως δεν ζήτησε από κανένα ως κουμπάρο να βαφτίσει κάποιο από τα εφτά παιδιά του με το όνομα του Αγίου. Κι όταν κάποτε κάποιος από τους ακροατές του στο καφενείο τον ρώτησε, εκείνος απάντησε:

«Αν ένα παιδί μου, αγόρι ή κορίτσι, είχε το όνομα του Αγίου, μού φαίνεται πως θα είχα πάψει να σέβομαι έτσι τον Άγιο. Ένα όνομα τόσο αγαπημένο, ακόμα και σε κάποιο παιδί σου ή και στο πρόσωπο μιας πολύ αγαπημένης γυναίκας θα ξέφτιζε και θα γινόταν πολύ συνηθισμένο. Να καταλάβεις, δεν ονοματίζω με το βαφτιστικό τους, που θυμίζει το Άγιο, ούτε τον κουμπάρο μου, το Μαμασούλα, ούτε το φαρμακοποιό, τον Παπαθανάση, ούτε το γιατρό, το Θοδωρόπουλο, ούτε ακόμα το σεβαστό φίλο μου, το γέροντα τον Καψάλη. Όλοι τους έχουν ως βαφτιστικό το όνομα του Αγίου. Μού φαίνεται πως, αν συνηθίσω να τούς προσφωνώ με το βαφτιστικό τους όνομα, ο Άγιος δεν θα με δεχτεί πια στην εκκλησιά του τη μέρα της μνήμης του».

Ήταν 5 Δεκεμβρίου του 1945. Είχαν φύγει οι κατακτητές της χώρας, αλλά τη θέση τους την πήραν αγγλικά στρατεύματα. Στο Μύτικα, κοντά στη λίμνη, είχαν καλλιεργήσει, για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια, λίγο καπνό. Εκείνος ο καπνός είχε χρυσαφένια όψη και η μυρωδιά του άναβε καημούς στους θεριακλήδες καπνιστές. Όλο-όλο δύο δέματα, σχεδόν εκατό οκάδες. Εκείνες τις μέρες είχε πέσει σε πολλά παιδάκια του χωριού επιδημία ιλαράς. Έτσι την έλεγαν, αν μιλούσαν σωστά. Έτσι την είπε και ο γιατρός, αλλά γονείς και άλλοι έλεγαν αυτή την αρρώστια «παραμαγούλες» ή και «μαγουλάδες». Ο Κώστας, ο λίγο μικρότερος αδερφός του από τον Πολύδωρο, και αυτός, έπεσαν στο κρεβάτι. Υψηλός πυρετός, βήχας, που ξεκολλούσε τα πλεμόνια τους, φλέμα από τη μύτη και από το λαιμό, κόκκινα μάτια και πρησμένα τα μάγουλα και πίσω από τα αυτιά και κάτω από το σαγόνι πρησμένοι, έμοιαζαν σαν τα διαβολάκια των παραμυθιών, που τούς έλεγε η γιαγιά τους, η Κώσταινα η Παπαδογιάνναινα. Έμειναν στο κρεβάτι των γονιών τους 4-5 μέρες απομονωμένοι από όλους τους άλλους, για να μη μεταδοθεί και σ’ αυτούς το μικρόβιο. Την τέταρτη μέρα, αφού έπεσε ο πυρετός και τούς ήρθε ξανά η όρεξη, θα σηκώνονταν να πάνε ξανά στο σχολείο.

Ο Κώστας όμως πρωί-πρωί, δέκα χρονών τότε, ελαφρά ντυμένος, πήρε τη σφεντόνα του και χάθηκε στους κήπους και στους θάμνους της περιοχής. Ο καιρός ήταν βροχερός και παγερός. Όταν ο Πολύδωρος επέστρεψε το μεσημέρι από το σχολείο, ο Κώστας βρισκόταν στο ίδιο κρεβάτι με υψηλό πυρετό. Υγρά έβγαιναν από η μύτη και το στόμα. Ανέπνεε δύσκολα, λες και κάτι έσφιγγε το λαιμό του. Η αρρώστια ολοφάνερα είχε υποτροπιάσει, αλλά με άλλη μορφή τώρα. Το απόγευμα η κατάστασή του χειροτέρεψε.

Ο πατέρας έφερε ένα συγγενή του γιατρό -άλλωστε και οι τέσσερες γιατροί, που βρίσκονταν τότε στο χωριό, ήταν συγγενείς του,- και εκείνος ζήτησε να αγοράσουν πέντε ενέσεις. Χρειάζονταν όμως χρήματα: και για τα εισιτήρια του αυτοκινήτου, που θα μετέφερε τον πατέρα στην πόλη, αλλά και για την αγορά των ενέσεων. Ο απένταρος πατέρας στη στενοχώρια του και βλέποντας ότι ο θάνατος του παιδιού του πλησίαζε με γοργά βήματα, πέτυχε στο δρόμο μετά τον εσπερινό ένα πρώτο ξάδερφό του, ανύπαντρο ακόμα, ευκατάστατο, αλλά και καπνομεσίτη μεγάλης και ξακουστής καπνοβιομηχανίας.

«Περικλή, θα με σώσεις. Πάρε όσο-όσο δύο δέματα καπνό, που έχω, και δος μου χρήματα να αγοράσω ενέσεις για το παιδί μου, γιατί με τις ώρες το χάνω». Ο Περικλής στάθηκε, στερέωσε την ομπρέλα του, ώστε να μη βρέχεται από τα βροχή, που έπεφτε σφυριχτά πλάγια, και φάνηκε πως δεν άκουσε την παράκληση του τρομαγμένου πατέρα. Ήταν βαθιά σκεπτικός σα να βρίσκεται σε άλλο κόσμο. Ο πατέρας επανέλαβε την παράκληση. Εκείνος κουνώντας το κεφάλι του κίνησε να μπει στο διπλανό καφενείο.

«Περικλή, ξάδερφέ μου, το παιδί μου!», τον έπιασε από το μανίκι του παλτού του ο πατέρας. Ο Περικλής, χωρίς να τον κοιτάξει, απάντησε βαριεστημένα: «Δεν με αφήνουν, Γιώργο, να αγοράσω καπνά από κομμουνιστές!» Ο πατέρας ξαφνιάστηκε, λες αναστατώθηκε. «Για όνομα του Θεού», είπε απότομα θυμωμένος, «ποιος είναι κομμουνιστής; Εγώ, που από στρατιώτης ακόμα είμαι με τους δημοκράτες του Βενιζέλου; Εγώ κομμουνιστής;» Έτσι από συγγενή του μάθαινε ο πατέρας για πρώτη φορά και πάνω στη απελπισία του πως η νέα κατάσταση των Άγγλων θα τον θεωρούσε «κομμουνιστή»! Πού να τολμήσει μετά να παρακαλέσει τον ξάδερφό του για ένα μικρό δάνειο για τη σωτηρία του Κώστα!

Γύρισε στο σπίτι απελπισμένος. Τον τάραξε πολύ η είδηση, ότι τον θεωρούσαν «κομμουνιστή», και δεν έψαξε να βρει άλλον για δάνειο. Δίπλα από το κρεβάτι του άρρωστου παιδιού βρήκε τη γριά μάνα του να κλαίει και να λιβανίζει το παιδάκι. Ο Κώστας ήταν τότε, όπως είπαμε, δέκα χρονών.

«Σώπα, γιε μου», τού είπε η μάνα του, η γλυκιά γιαγιά, η βάβα η Κάντζαινα, όπως την έλεγαν τα πολλά εγγόνια της. «Αύριο ξημερώνει η γιορτή του Αϊ-Νικόλα. Αυτόν παρακαλάω να κάμει το θαύμα του και να σωθεί το εγγονάκι μου. Αφέντη μου, Αϊ-Νικόλα, κάμε το θάμα σου! Όπως σώνεις τους θαλασσοδαρμένους, έτσι σώσε και τούτο το αγνό πλασματάκι του Θεού, που πνίγεται από το βήχα και τον κοντανασασμό. Κοίτα το πώς μελανιάζει. Άγιε, σώστο! Λυπήσου τη μαύρη νυφούλα μου και τούτον τον πονεμένο μου πρωτογιό. Έλεος, Άγιε, κάμε το θάμα σου!»

Ο πατέρας ακούγοντάς την πισωγύρισε, βγήκε στο διάδρομο του σπιτιού και σκούπιζε με το μαντήλι του τα δάκρυά του.

Η νύχτα έπεφτε βαριά. Το ανεμόβροχο χτυπούσε τα τζάμια του σπιτιού και έμοιαζε να τα δέρνει με τούφες χιονόνερου. Όσο περνούσαν οι ώρες, το κακό μέσα και έξω από το σπίτι όλο και μεγάλωνε. Ο Πολύδωρος ζώντας όλο τον πόνο των δικών του μέσα σε κείνη τη αφόρητη κατάσταση, θυμήθηκε τους στίχους από το ποίημα του πονεμένου πατέρα, όπως το είχε μάθει στο σχολείο, και δάκρυσε:

«Ήταν νύχτα, και στη στέγη βογγούσε

ο βοριάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.

Τί μεγάλο κακό να μηνούσε

ο βοριάς που τ' αρνάκια παγώνει;».

Το παιδί, το δικό τους αρνάκι, μελάνιασε και σχεδόν μαύρισε. Η αναπνοή του τώρα κόντευε να κοπεί. Όλοι έντρομοι περίμεναν το τέλος. Η μοναδική και πανέμορφη αδελφή της μητέρας, η αντρογύναικα Πολυξένη, στα τριαντατρία της τότε και όμως ανύπαντρη, κατοικούσε δίπλα τους στο βορινό μισό πατρικό σπίτι. Κείνη την ώρα η Πολυξένη στο δωμάτιο του άρρωστου παιδιού πάσχιζε να κλείσει με πανιά κάποιες τρύπες στα παράθυρα, για να εμποδίσει το τσουχτερό κρύο να μπαίνει στο σπίτι. Ξάφνου το μάτι της είδε ένα φως λαμπερό, που πρόβαλε ανατολικά, στο Διάσελο, κάπου πεντακόσια μέτρα μακριά από τούτο το σπίτι. «Σίγουρα πρέπει να έρχεται κάποιο αυτοκίνητο», σκέφτηκε. Αντραλισμένη σφίχτηκε στη δημοσιά, που απείχε από το σπίτι κάπου πενήντα μέτρα. Στήθηκε στη μέση του δρόμου και κουνώντας ένα άσπρο πανί από εκείνα, που θα χρησιμοποιούσε να στομώσει τις τρύπες του παραθύρου, ανάγκασε τον οδηγό να σταματήσει.

«Καλέ μου άνθρωπε, ο Θεός σε στέλλει τέτοιαν ώρα. Πάρε μαζί σου ένα ετοιμοθάνατο παιδάκι. Αν ζήσει, όσο να φτάσεις στην πόλη, ίσως οι γιατροί να το σώσουν, αλλά εσύ θα είσαι ο αληθινός σωτήρας του!»

Ο οδηγός, φανερά κεφάτος, γιατί προφανώς ήταν ευχαριστημένος, αφού οι αρχές στο Κεφαλόβρυσο, όπου το απόγευμα είχε μεταφέρει τρόφιμα της Ούντρας για τους πεινασμένους, τού έκαμαν πλούσιο τραπέζι με ψητό και καλό κρασί. Αμέσως δέχτηκε.

«Φέρτε το παιδί πάραυτα και τυλίξτε το καλά με κουβέρτες», είπε.

Δίπλα από τον οδηγό οι γονείς με το παιδί και πίσω στην ξέσκεπη καρότσα η Πολυξένη, ασκέπαστη στις ριπές του τσουχτερού ανεμόβροχου. Το φορτηγό έβγαλε φτερά. Έπεφταν οι ρόδες μέσα σε γούρνες του χωματόδρομου, πιτσιλίζονταν τα νερά δεξιά και αριστερά της δημοσιάς, αλλά ο οδηγός μόνο στις επικίνδυνες στροφές ελάττωνε την ταχύτητα. Σε δέκα λεπτά της ώρας έφτασαν στην πόλη, στην Κλινική του Μαυρομάτη. Ο γιατρός, που ήταν γαμπρός του χωριού και η γυναίκα του η Μαρία, θυγατέρα της Θεοδώραινας και συμμαθήτρια της μάνας του ετοιμοθάνατου παιδιού, είχε δειπνήσει με την οικογένειά του˙ ήταν ντυμένος τις πιτζάμες του κι ετοιμαζόταν να πέσει στο κρεβάτι. Έτσι αργούσε να ασχοληθεί με το παιδί. Και ήθελε πρώτα να υπογράψει ο πατέρας πως, αν το παιδί υπέκυπτε πάνω στην εγχείριση, ο ίδιος δεν θα είχε καμιά ποινική ευθύνη.

Ο οδηγός, γνωστός σ’ όλη τη πόλη με το παρατσούκλι «Αρμάτας», γνώριζε ότι εκείνος ο χειρούργος γιατρός ήταν γνωστός σ’ όλη την περιοχή ως ειδικός μόνο για εγχειρίσεις σκωληκοειδίτιδας. Είδε τον πατέρα να δυσανασχετεί με τον όρο, που τού έθετε ο χειρούργος. Είδε λοιπόν ο οδηγός τον πατέρα να μη θέλει να υπογράφει για τη θανατική καταδίκη του παιδιού του. Και είπε αποφασιστικά:

«Μπρός, μπείτε όλοι στο αυτοκίνητο και πάμε αλλού!»

Σε λίγο σταμάτησε στη πλατεία της Μητρόπολης. Στον απάνω όροφο ενός αρχοντικού σπιτιού, στη νότια πλευρά της πλατείας, είχε το ιατρείο του ο παθολόγος γιατρός Κατσακιώρης. Ήταν αριστερός ο άνθρωπος, όπως και πολλοί πατριώτες εκείνη την εποχή. Είχε συμπαθήσει τους αντάρτες για την πατριωτική τους στάση απέναντι στους Κατακτητές και κυρίως είχε μισήσει τους Ράλληδες και τους Γερμανούς για την εξοργιστική συμπεριφορά τους τη νύχτα προς την αυγή της Μ. Παρασκευής της προηγούμενης χρονιάς, όταν είχαν σκοτώσει στα χωράφια γύρω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας 117 φυλακισμένους πατριώτες και είχαν την ίδια νύχτα κρεμάσει στους φανοστάτες της κεντρικής πλατείας τρεις νέους. Και μιλούσε ο γιατρός για τους Έλληνες εκείνους, τους εχθρούς του αγωνιζόμενου λαού. Πριν από λίγες μέρες οι Χίτες κάποιο Σαββατόβραδο είχαν σύρει και τούτον το γιατρό σε καπνοτόπια έξω στο Ζαπάντι και τόν είχαν δείρει αγρίως. Γι’ αυτό και στα παρακάλια του Αρμάτα ο γιατρός δεν άνοιγε να ιδεί ποιος τον ζητούσε.

Φώναξαν παρακαλεστικά όλοι, μάνα, πατέρας, η Πολυξένη, αλλά ο γιατρός σιωπούσε.

«Ορέ γιατρέ», είπε αποφασιστικά ο «Αρμάτας». Είχε δεχτεί τούτο το παρατσούκλι ως αληθινό επώνυμό του, αφού έτσι τόν γνώριζαν όλοι. «Εγώ τούς έφερα από το χωριό τους. Είμαι ο ‘Αρμάτας’, που δουλεύει στα τρόφιμα της Ούντρας. Μη σκιάζεσαι όσο είμαι εγώ κοντά σου. Άνοιξε και σώσε το μαξούμι!»

Τότε ο γιατρός δειλά και πολύ προσεκτικά άνοιξε. Σε λίγη ώρα ο Κώστας μπορούσε να αναπνέει ελεύθερα. Ο γιατρός με ένα ειδικό μακρύ κουτάλι έβγαλε από το λαιμό του παιδιού ένα έκκριμα, σαν πηχτό τυρί και μεγάλο σαν αυγό χελώνας. Τού έκαμε και μια ένεση και είπε: «Να πάτε τώρα στο σπίτι σας και να τού δίνετε πρωί και βράδυ, δηλ. κάθε 12 ώρες, και για δέκα τουλάχιστον μέρες από ένα χάπι από αυτό το φάρμακο, που σάς δίνω. Και να μείνει το παιδί για τρεις βδομάδες κλεισμένο σε ζεστό δωμάτιο».

«Πώς τη λέτε, γιατρέ, την αρρώστια, που έχει το παιδί μου;», ρώτησε ανακουφισμένη η μητέρα.

«Εμείς τη λέμε διφθερίτιδα», είπε ο γιατρός. «Αρχίζει με μια μεμβράνη στο φάρυγγα, εξαπλώνεται στις αμυγδαλές, αποφράζει τη αναπνοή και προκαλεί πόνο στον ουρανίσκο. Αν δεν την προλάβουν να τη θεραπεύσουν γιατροί, αυτή η αρρώστια μπορεί να οδηγήσει το παιδί ακόμα και σε ολοκληρωτική παράλυση, ακόμα και στο θάνατο. Εσείς είχατε το Θεό μαζί σας. Έγινε ένα θαύμα απόψε!».

Και ο πατέρας θόλωσε: «Ο γιατρός του χωριού μιλούσε για παραμαγούλες. Τούτος εδώ ο θαυματουργός μιλάει για διφθερίτιδα. Είναι ίδιες αυτές οι δύο αρρώστιες και πρόκειται για διπλή ονομασία; Ή να ήρθε στο παιδί μου άλλη αρρώστια; Δεν πάει στη ευχή τώρα! Αυτό είναι το πρόβλημα, που θέλει να λύσει η γυναίκα μου, ή ότι γλύτωσε το παιδάκι μου;», αναρωτήθηκε. Έβαλε την τραγιάσκα του, πήρε τον Κώστα στην αγκαλιά του τυλιγμένο με δύο μάλλινες κουβέρτες και ετοιμάστηκε να βγει από το ιατρείο.

«Αλλά, γιατρέ μου», είπε η μητέρα, «δεν έχουμε τώρα τίποτα να σε πληρώσουμε. Ούτε για την ιατρική σου ούτε για τα φάρμακα, πού μάς έδωκες. Και φαντάζομαι, θα είναι ακριβά. Ταχιά όμως ή όταν μπορέσουμε», -”ή και δεν μπορέσουμε ποτέ- συμπλήρωσε”, ο πατέρας χαμηλόφωνα- «πώς να βγάλουμε τόση μεγάλη υποχρέωση;...»

Ο γιατρός δεν τούς άφησε να συνεχίσουν: «Σας είπα, να πάτε στο καλό και να μη θυμάστε αυτή τη λαχτάρα σας. Να χαρείτε όλα τα παιδιά σας γερά και προκομμένα. Δεν μού χρωστάτε τίποτε, όπως, θαρρώ, δεν χρωστάτε ούτε σ’ αυτόν τον καλό άνθρωπο, που με τέτοιο καιρό σάς έφερε ως εδώ», είπε γιατρός.

«Θα τούς πάω τώρα πάλι στο χωριό τους», είπε ο “Αρμάτας”, κι ας ήταν μεσάνυχτα με τον καιρό συνέχεια μανιασμένο. «Όπως εσύ, γιατρέ, έκαμες ένα καλό ώς το τέλος, έτσι πρέπει να το κάμω κι εγώ», είπε συγκινημένος ο «Αρμάτας».

«Αλλά τότε αυτό πρέπει να το πεις σ΄ αυτούς, που μάς δέρνουν, αγαπητέ μου ‘Αρμάτα’. Αλλά πρόσεχε μην τυχόν και σε πάρουν κι εσένα για ΄κομμουνιστή΄, αφού θέλεις να βοηθάς τους αναγκεμένους».

Γέλασε ο γιατρός, αλλά ο «Αρμάτας» έσφιξε τα χείλη του και σώπασε σαν κάτι να το έβαλε σε σκέψεις.

Ανεβαίνοντας στο αυτοκίνητο και πριν βάλει εμπρός ο οδηγός, ο πατέρας είπε: «Τί κομμουνιστής είναι αυτός ο άγιος άνθρωπος. Άκουσες; Για Θεό και για θαύμα έκαμε λόγο. Αυτά τα πιστεύουν οι κομμουνιστές;»

Και ο «Αρμάτας»: «Σώπα πατριώτη. Χειρότεροι και από τους κομμουνιστές είναι κάποιοι- και μάλιστα πολλοί- καλοταϊσμένοι και αχόρταγοι. Απ’ αυτούς πολλοί συνεργάστηκαν με τους Κατακτητές. Εδώ στην πόλη μας τα τρία τέταρτα των ανδρών είχαν ντυθεί τη δοξασμένη στη Βόρειο Ήπειρο στολή του ηρωικού εύζωνου. Ας μη μιλάμε πια για το ζήτημα αυτό τόσο δυνατά. Παντού έχουν στήσει αυτιά και ακούνε». Και βάζοντας μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου ρώτησε τον πατέρα:  

«Αλήθεια, πατριώτη, δε γνωριστήκαμε τόση ώρα. Ποιος είσαι και πώς τις λένε τις γυναίκες και το άρρωστο παιδί σου;»

Έτσι ξημερώνοντας η γιορτή του Αϊ-Νικόλα έγινε το θαύμα του, που προσευχόταν η γιαγιά η Κάντζαινα. Ο Κώστας σώθηκε!

Ας είναι ευλογημένοι και ο γιατρός ο Κατσακιώρης και ο άγιος «Αρμάτας»! είπε η Πολυξένη.

Ο μεγαλύτερος από τον Πολύδωρο και πολύ αγαπημένος του αδερφός, ο Χρίστος, από τότε φυλαγόταν πολύ ανήμερα της γιορτής του Αγίου Νικολάου. Έλεγε:

«Του Αϊ-Νικόλα το 1921 γλύτωσε ο πατέρας μου από τη τουρκική αιχμαλωσία κοντά στην Ραιδεστό. Του Αϊ-Νικόλα ξεψύχησε ο πάππος μας ο Κάντζιος. Του Αϊ-Νικόλα παραλίγο να χάσουμε τον Κώστα μας. Του Αϊ-Νικόλα πάθαμε τόσες συμφορές στο σπίτι μας. Πώς να μη φοβάσαι και να μην καλοκαρδίζεις έναν τέτοιον Άγιο;»

Και έλεγε στη γυναίκα του: «Μαρία, αύριο ξημερώνει η γιορτή του Αϊ-Νικόλα. Άναψέ του το καντήλι και ετοίμασε το λιβανιστήρι να θυμιατίσουμε όλα τα δωμάτια σαν ξυπνήσουμε την αυγή. Κι εγώ θα πάω στην εκκλησία του χωριού μας, όπως έκανε παλαιότερα και ο πατέρας μου στη Ντέμη. Μετά την απόλυση -βρέχει δεν βρέχει-, θα ανεβώ στο Παλιόκαστρο να ανάψω ένα κερί στον τάφο του πατέρα μου».