Ακαρνανικά

ΑΛΥΖΙΑ

Ένα κείμενο του Γεράσιμου Παπατρέχα

(Δημοσιευμένο στη "Νέα Εποχή"  23-11-1958 και 30-11-1958)

Σαν έπεσε του θανατά ο Οίβαλος, ο μυθικός βασιλιάς της Σπάρτης, κάλεσε γύρω από την βασιλική του κλίνη τους τρείς γιούς του, Τον Ιπποκόοντα, τον Τυδάρεω και τον Ικάριο. Μαζί με τις τελευταίες του νουθεσίες και τις ευχές του θέλησε να τους μοιράσει και κάτι που δεν μοιράζεται. Την βασιλεία. Έκλεισε τα μάτια ο γέροντας και τον έκλαψαν και του φτάσανε και Τύμβο κατά πως ταίριαζε σ ένα βασιλιά και ο καθένας άρχισε να σκέπτεται πως θα βγάλει απ τη μέση του δύο άλλους. Ο Ιπποκόοντας ήταν ο πιο δυνατός. Πιο μεγάλος στα χρόνια παντρεμένος από μικρός είχε αποχτήσει με την βοήθεια των θεών δώδεκα γιούς, δώδεκα θεριά ανήμερα.

Οι δύο άλλοι αδελφοί ένοιωσαν νωρίς τον κίνδυνο κι ούτε που δοκίμασαν να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους. Αυτοεξορίστηκαν, κι ύστερα από πολλές περιπλανήσεις, βρήκαν καταφύγιο στη φιλόξενη γη της Ακαρνανίας. (Αργότερα ο Ηρακλής, αυτό το αγαθοποιό πνεύμα, ξεπάστρεψε την οικογένεια του σφετεριστή κι αποκατάστησε στο θρόνο τον Τυνδάρεω). Ο Τυνδάρεως έφυγε για πάντα για την Αιτωλία, ενώ ο Ικάριος έμεινε για πάντα στην Ακαρνανία και παντρεύτηκε μια από τις Ναϊάδες, την όμορφη Πολυκάστη. Από τούτο το γάμο, γεννήθηκε η Πηνελόπη, η περιώνυμη βασίλισσα της Ιθάκης, ο Αλυζεύς, ο Θόας, ο Δαμάσιππος (Παυς. Γ. 1,4 Απολδ, Γ 105). Ο Αλυζεύς έδωσε το όνομά του στη μεγάλη Ακαρνανική πόλη για την οποία γράφεται τούτο το μικρό σημείωμα.

Η γλώσσα του Μύτικα κι ο  Κάβος της Καμηλαύκας (μπορεί και Καλυμμαύκας, Καλμπλαύκας) σχηματίζουν τον όρμο της αρχαίας Αλυζίας που στην αρχαιότητα πρέπει να ήταν θαυμάσιο αγκυροβόλιο, το οποίο βοήθησε την εμποροναυτική ανάπτυξη της πόλης και την σύνδεσε με σπουδαία ναυτικά γεγονότα. (Ο όρμος και στα κατοπινά χρόνια δεν έχασε την σημασία του. Από τους Βενετσιάνους ονομάζονταν Πότο Καντέλο, δηλαδή λιμάνι της Κανδήλας). Η πόλη, εκτός από τις προϋποθέσεις για την εμποροναυτική της ανάπτυξη που της εξασφάλιζαν η θαλάσσια αρτηρία και το το καλό της λιμάνι, είχε και ενδοχώρα, περιορισμένη βέβαια, αλλά ευφορώτατη. Από άποψη φυσικής οχύρωσης η θέση της ήταν μειονεκτική, εκτεθειμένη ιδιαίτερα από τα νότια. Εξασφάλισε τον έλεγχο στα περάσματα με φοβερούς πολεμικούς πύργους που τους κρατούσε διαρκώς επανδρωμένους. Πύργος που προκαλεί και σήμερα και το μοναδικό Καστρί με τα ανάγλυφά του. Η γεωγραφική της θέση εξασφάλιζε στην πόλη μια γοργή οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη ώστε να εξελιχθεί σε μια από τις σημαντικότερες του Ακαρνανικού Κοινού κι έχει τη θέση της δίπλα στη Στράτο και στο Θύρρειο.

Στις αρχές του Ε αιώνα επισκέπτεται την πόλη ο Σκύλαξ ο Καρυανεύς, κάνοντας τον περίπλου της Μεσογείου κατ εντολήν του Μεγάλου Βασιλέως. Αναφέρει την Αλυζία ή Αλυττία στο σύγγραμμά του το σχετικό με τις Μεσογειακές ακτές: μετά ταύτην πόλις Αλυζία και κατά ταύτην νήσος Κάρνος. Η Κάρνος είναι το απέναντι νησάκι Κάλαμος, πατρίδα του μυθικού μάντη Κάρνου.

Στη συμφορά του πελοποννησιακού πολέμου, όπως όλες οι Ακαρνανικές πόλεις (εκτός από τις Κορινθιακές αποικίες) βρίσκεται και η Αλυζία στο πλευρό των Αθηναίων. Και πληρώνει κι αυτή βαρύ φόρο στη φοβερή περιπέτεια της Σικελίας.

Ο στρατηγός Δημοσθένης, τον Απρίλη του 413, αποπλέει για την Σικελία για να φέρει βοήθεια στο Νικία. Αγκυροβολεί στην Αλυζία και στρατολογεί διαλεχτούς Ακαρνάνες σφενδονιστές, που άφησαν και αυτοί τα κόκαλά τους στα λατομεία των Συρακουσών (Θουκ. ΔΕ – Γκλοτς Ιστορ Ελλάδος τ. ΙΙ)

Στα 375 π.Χ, έγινε στα νερά της η περιώνυμη ναυμαχία μεταξύ Αθηναίων και και του ενωμένου στόλου των Σπαρτιατών, Λευκαδίων και Αμβρακιωτών. Ο Αθηναίος ναύαρχος Τιμόθεος ο Κόνωνος, μετά τη νίκη του, ύψωσε το σήμα του και οι περήφανες Αθηναϊκές τριήρεις μπήκαν στο λιμάνι της Αλυζίας. Έστησε τρόπαιο της νίκης, θυσίασε και αφιέρωσε στο τέμενος του Λοξείου Απόλλωνα και οι ζημιές του επισκευάστηκαν στο καρνάγιο από διαλεχτούς Αλυζάνους μαστόρους.

 Μετά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση η πόλη δεν πέφτει σε παρακμή, όπως θα περίμενε κανείς. Το εμπόριο και το ναυτικό της βρίσκονται σε πλήρη άνθιση, όπως μας πληροφορούν πλήθος μάρτυρες. Κοντά στ άλλα είναι κι από τα πιο φημισμένα θέρετρα και συγκεντρώνει πλούσιους παραθεριστές, Έλληνες και Ρωμαίους. Τη πόλη επισκέφτηκαν ο Τίτος Λίβιος κι ο Κικέρων. Ο τελευταίος δίνει πληροφορίες σένα γράμμα προς τον φίλο του Τύρωνα. Τον πληροφορεί ότι έφθασε στην Αλυζία από την Πάτρα, ύστερα από τριήμερο ταξίδι.

Τα ταξίδια και το εμπόριο βοήθησαν στο ανέβασμα της στάθμης του πολιτισμού στην Αλυζία και σύγχρονα καλλιέργησαν την αγάπη  προς τις τέχνες. Είναι σπουδαίο το γεγονός ότι ο μεγάλος δάσκαλος ο Λύσιππος έμεινε πολύν καιρό στη πόλη κι εδημιούργησε το περίφημο σύνταγμα με τους δώδεκα άθλους του Ηρακλέους που τοποθετήθηκε στο ιερό του ήρωος. Η επίδραση του Λύσιππου είναι καταφανής στα μοναδικά ανάγλυφα του καστριού. Αργότερα εργάστηκε κι ο γλύπτης Μαχάτας, έργο του ήταν ο ανδριάς του Ηρακλέους. Τόσο το σύνταγμα του Λύσιππου, όσο και το άγαλμα του Μαχάτα αρπάχτηκαν από τους Ρωμαίους και καθόλου δεν αποκλείεται να στόλισαν τη Νικόπολη, όπως συνέβη και με άργα τέχνης των Ακαρνανικών και Αιτωλικών πόλεων (ωσαύτως δε και όσα άλλα αγάλματα εκ τε Αιτωλίας και παρά Ακαρνάνων τα μεν πολλά εις Νικόπολιν κομισθήναι.. Παυσανίας).

Στα 1692 ο πολύς Μελέτιος, μητροπολίτης τότε Ναυπάκτου και Άρτης ευρήκε το βάθρο του αγάλματος του Ηρακλέους με την επιγραφή ΜΑΧΑΤΑΣ ΕΠΟΙΗΣΕ ΤΟΝ ΔΙΟΣ ΑΛΚΜΗΝΗΣ ΤΕ ΓΟΝΟΝ ΤΙΜΑΙΣΙΝ ΛΕΞΩΝ – ΥΙΟΣ ΛΑΘΕΝΕΩΣ ΣΤΗΣΕΝ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΔΕ – ΜΝΗΜΗΝ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΣΩΖΩΝ ΠΑΤΡΙΣ ΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟΥ – ΔΑΦΝΕΩΣ  ΚΛΕΙΝΩ ΛΩΞΕΙΩ ΕΝ ΤΕΜΕΝΙ (Για να δοξάσει με τιμές τον γιό του Δία και της Αλκμήνης ο Δάφανις γιός του Λαθένεως έστησε τούτο το άγαλμα για να εξασφαλίσει αθάνατη μνήμη σαυτό το ένδοξο τέμενος του Λαξείου (δηλ του Απόλλωνα)). Λόξειος ή Λοξίας είναι μια από τις πολλές προσωνυμίες του Απόλλωνα. Από αυτή την επιγραφή συμπεραίνομε πως υπήρχε στην Αλυζία τέμενος του Απόλλωνα και μέσα σαυτό το Ιερό του Ηρακλέους.

Τα ερείπια δυστυχώς των ιερών είναι καταβυθισμένα σήμερα και αν τύχει γαληνεμένο το νερό διακρίνονται διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη. Στην παραλία και πίσω από το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος σώζονται τα ερείπια μεγαλοπρεπούς ηρώου Ρωμαϊκής εποχής (2ο αιώνα μ.Χ.) Μελετήθηκε από το σοφό καθηγητή Κ. Ρωμαίο που έκαμε και την αναπαράσταση στην επετηρίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Γερ. Ηρ. Παπατρέχας