Πεζογραφία

Οι σκιές

Διήγημα

Χρήστος Κορέλας

   Η δενδροστοιχία αφήνει κενά στον ήλιο, για να πέφτει στο δρόμο. Καθώς τρέχω σε τούτο το δρόμο, οι σκιές ανεβαίνουν λουριδωτές από τα λάστιχα στο καπώ κ’ ύστερα, απ’ το παρ-μπριζ περνούν στα μάτια μου. Όποτε ο ήλιος έπεφτε κατακόρυφα η σκιά χωνόταν στη ρίζα του δένδρου. Τώρα ο ήλιος είναι γερτός. Γι’ αυτό άπλωσαν κ’ οι σκιές στο δρόμο. Οι σκιές, αυτοί οι σκυφτοί θεατρίνοι. Πρέπει μάλλον να φταίει ο ήλιος. Τα δέντρα έχουν το κακό να υποκρίνονται το μεσημέρι και τώρα είναι απόγιομα. Δεν πρέπει κανένας να περνάει απόγιομα από δενδροστοιχία, γιατί τότε αποκαλύπτεται η υποκρισία του μεσημεριού. Υπάρχεις και πέρ’ απ’ τον εαυτό σου. Αυτό δεν σε βλάπτει. Αλλά νοιώ­θεις έναν πόνο στο κορμί σου, όταν σου πατάνε τη σκιά. Τούτη την ώρα πατάω τις σκιές. Ανεβαίνουν ύστερα ώς τα μάτια μου, ώς την καρδιά μου, ώς το μυαλό μου. Έπιασα τον εαυτό μου να γίνεται δένδρο δίπλα στο δρόμο, δίπλα στ’ άλλα. Εκείνα τα δένδρα χαμήλωσαν. Γίνανε ακίνητοι άνθρωποι φυτεμένοι δίπλα στο χαντάκι. Ήμουνα και γω ένας από κείνους. Ο ήλιος είχε γείρει πιο πολύ, φαίνεται, γιατί αλλοιώς δεν εξηγείται πώς αυτά τ’ ανθρωπάκια έρριχναν τόση σκιά, όση και τα δένδρα. Θέλησα να βγω από το δρόμο και να ρίξω τ’ αυτοκίνητο κατά πάνω στην ανθρωποστοιχία. Ήμουνα και γω ένας από κείνους. Αλήθεια, τί κραυγή θα έβγαζα, αν πατούσα τον εαυτό μου; Λένε πως ό,τι ρίχνει σκιά έχει όγκο. Έρριχνα και γω σκιά στο δρόμο. Σταμάτησα πάνω στον φυτεμένο εαυτό μου. Βγήκα απ’ τ’ αυτοκίνητο και την κοίταζα κατάματα.

   Κακομοίρη, το δυστύχημα είναι πως η σκιά σου περιστρέφεται κατά πως θέλει ο ήλιος. Θέλει τη ρίχνει στο δρόμο, θέλει τη ρίχνει στο χαντάκι, θέλει τη φυτεύει στη ρίζα σου. Αν κατάφερνες να φύγεις από κει, θα κανόνιζες τη σκιά σου, όπως θα το ’θελες. Ποιος σ’ έβαλ’ εκεί; Δεν με γνωρίζεις; Κοίταξε με. Εγώ ακόμα περπατάω. Εσύ πότε ξεκόρμισες από μένα Τουλάχιστον το θέλησες να εξουσιάζει άλλος τη γραμμή της σκιάς σου ή κι αυτό σου το επέβαλαν; Θυμάσαι τότε που μιλούσαμε με πάθος για την ελευθερία; Τότε που εξουσιάζαμε την πράξη μας; Δεν είσαι μοναχός σου. Είμαι και γω υποχρεωμένος να πηγαινόρχομαι. Ξέρεις τί σημαίνει αυτό; Ότι ο ίδιος ήλιος με βρίσκει σ’ όλες τις ώρες πάνω στο δρόμο. Άλλοτε θάβει τη σκιά μου κάτω απ’ τ’ αυτοκίνητο- άλλοτε την πετάει στο βράχο, στο γκρεμό, στα χωράφια. Πώς γίναμε έτσι; Ξέρεις ποια είναι η διαφορά μας; Ότι εγώ ταξιδεύω και συ μένεις ακίνητος. Ποιο είναι προτιμότερο; Να περιστρέφεται η σκιά μας ή να ξαπλώνουμε πάνω και μέσα στη γη, έτσι που να μη φαίνεται τίποτα, απολύτως τίποτα; Δεν μιλάς; Όμως έχεις ακόμα σκιά. Ξέρεις κάτι; Αναλογίστηκες ποτέ το δράμα του ήλιου; Σου το λέω για να αισιοδοξείς· εδώ απολιθωμένος που έμεινες. Σου το λέω για να μου το θυμίζεις, σαν θα περνώ από δω κάθε μέρα. Νάτο το δράμα του ήλιου. Όταν βρίσκεται στη δόξα του, στην κορφή του, εξαφανίζει τη σκιά μας. Όμως αυτό δεν κρατάει πολύ. Σου το λέω, δεν κρατάει πολύ. Στην κορφή τίποτα δεν μένει πολύ. Στην Ισπανία έλεγαν, πως αυτό είναι απλή παροιμία. Έστω, μα κοίτα. Όταν παίρνει να γέρνει ο ήλιος, φυτρώνουν οι σκιές. Αυτό είναι το δράμα του. Ανακαλύπτει πως δεν έλυωσε ο όγκος μας. Και τότε λυσσασμένος ρίχνεται να χορεύει γύρω μας. Τότε γέλα δυνατά την πτώση του ήλιου. Ακου με που σου το λέω. Ο ήλιος είναι γελοίος. Είναι ένας κλόουν που παίζει παράσταση σε μας και με μας. Ένα είναι το κακό μας: ότι μας παίρνει για μαριονέτες και μας κλωθογυρίζει. Νάτο, όμως, το μυστικό που κρύβει το δράμα αυτού του γελοίου. Τελικά όταν πέφτει κι όταν μεσουρανεί μας κουλουριάζει στον εαυτό μας. Φυτεύει μέσα μας τη σκιά μας. Συμφωνείς; Μη συμφωνείς. Άκου, άκου το θρίαμβο. Όταν ο ήλιος μεσουρανεί, τότε κουλουριαζόμαστε. Γινόμαστε ένας- ένας. Χωρίζουμε. Κλώθουμε μέσα μας το απόγιομα που θα ’ρθει. Τότε αρχίζει ο θρίαμβος της ζωής. Πίστεψέ με. Παρατήρησε κάτι: ξέρεις γιατί δεν σου μιλάω για το πρωινό; Γιατί ώς το μεσημέρι ζούμε την ήττα μας. Μαζεύεται η σκιά μας στη ρίζα μας. Σκέψου το απόγιομα που παίρνει να βραδιάζει. Αυτό να σκέπτεσαι και να λυτρώνεσαι από το πρωινό και το μεσημέρι Καταλαβαίνεις; Αρχίζει ν’ απλώνει η σκιά. Αυτό είναι το δράμα του ήλιου. Όσο μας στροβιλίζει τόσο μας ενώνει. Και τελικά στο γέρμα του, οι σκιές των ριζωμένων στη γη ενώνονται. Δίνουν τα χέρια οι πεθαμένοι. Δίνουν τα χέρια οι ζωντανοί. Οι φυλακισμένοι σπάνε με τη σκιά το κελί και βγαίνουν στο δρόμο. Ο κάμπος, η θάλασσα, το βουνό, η πολιτεία απλώνονται σ’ όλη τη γη. Γιορτάζουν, φωνάζουν, χορεύουν.

   Πέθανε ο ήλιος. Ο ήλιος πέθανε!

    Καταλαβαίνεις; Άσε με να ταξιδεύω- όμως, εσύ περίμενε. Περίμενε το γέρμα του ήλιου. Εκείνη θάναι η γιορτή. Εγώ, εσύ, ο πατέρας, ο παππούς, ο δάσκαλος, είμαστ’ εμείς! Εγώ και σύ, είμαστ’ εμείς! Περίμενε το νύχτωμα. Τότε βάλε φωνή.

    Κάτω ο ήλιος!

    Περπάτησα πέρ’ από μένα κ’ είδα και το δάσκαλο ριζωμένο στο χώμα. Ένοιωσα τον πόνο στην πλάτη μου, όπως και τότε που είμουνα παιδί και μου διηγιόταν την ιστορία του «απολεσθέντος παραδείσου». Είχα νοιώσει τότε τον Άγγελο καταπάνω μου με τη ρομφαία να με δέρνει. Ο δάσκαλος το πρόσεξε πού ’κλαιγα και μου φώναξε.

    Δεν είναι για σένα το ξύλο. Είναι για τον Αδάμ!

   Ένοιωσα και τώρα τον ίδιο πόνο. Μόνο μια διαφορά. Κατάλαβα πως αιτία ήταν η εκλογή. Αυτό ήταν το σημάδι στην πλάτη μου. Σίμωσα πιότερο το δάσκαλο και του είπα να μου γειάνει την πληγή. Με μάλωσε, όπως και τότε. Όμως τώρα ο λόγος του ήταν αντρίκειος.

    Μη ζητάς να σβήσεις το σημάδι. Αυτό το ξύλο του Θεού σ’ έκανε άνθρωπο. Σκέπτεσαι τί θα ήσουνα χωρίς αυτό; Δεν θα ήσουν άνθρωπος. Απ’ τ’ όνα μέρος ο Θεός, απ’ τ’ άλλο ο δαίμονας στη μέση εσύ. Πλησίασε πιο κοντά. Άκουσέ το καλά και μην το πεις σε κανέναν, που δεν θα μπορεί να τ’ ακούσει: δεν χρωστάμε τίποτα. Τίποτα! Αν δεν μας έδερνε, φαντάζεσαι τί θα είσουνα; Χρεωμένος, δούλος! Ζήτω το ξύλο, ζήτω η εξόφληση, ζήτω η ελευθερία.

   Δάσκαλε, με πονάει η πλάτη μου. Χρωστάω τις άλλες μου αμαρτίες!

— Για να θυμάσαι την πρώτη εκλογή.

— Δάσκαλε, με πονάει η πλάτη μου. Τα χρέη μου δεν είναι μία κ’ έξω.

     Για να ζεις το κόστος της πρώτης σου ελευθερίας.

     Δάσκαλε, με πονάει η πλάτη μου.

     Για να ξέρεις το κέρδος της τιμωρίας.

     Γιατί; Γιατί δεν μου τα ’λεγες τότε; Τότε που σε πρωτάκουσα.

     Γιατί τότε είχες αυτιά. Τώρα έχεις νου και καρδιά.

     Από σένα τί απόμεινε δάσκαλε;

     Τίποτα δεν μπορείς ακόμα να ξέρεις. Περπάτα όρθιος.

     Δάσκαλε είμαι μόνος μου.

     Περπάτα!

     Δάσκαλε είμαι μόνος μου.

     Περπάτα στο απόγιομα.

     Δάσκαλε είμαι μόνος μου.

     Προχώρα στη νύχτα.

Μάζεψα τις σκιές μέσα μου και κάθισα στο χαντάκι, δίπλα στο δρόμο. Πρέπει να ήταν Φθινόπωρο, γιατί τα φύλλα απ’ τα δένδρα έπεφταν κοπαδιαστά πάνω μου, καθώς τα φύσαγε ο αέρας που όλο και δυνάμωνε. Σηκώθηκα και περπάτησα πάνω στο δρόμο. Κοίταξα κατά το δάσκαλο, μα δεν τον ξανάδα. Για λίγες στιγμές μόνο κ’ ύστερα χάθηκε. Ήθελα να τον ρωτήσω για τα σύννεφα. Τί γίνεται με τα σύννεφα, που κρύβουν τον ήλιο και καταργούν τις σκιές μας; Συμβαίνει ό,τι και με τη νύχτα; Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω. Είναι κι αυτά παιδιά της νύχτας, φαίνεται. Δεν ξέρω!

 ----------------------

Σημείωση: To διήγημα του Χρ. Κορέλα "Οι σκιές" πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τα αιτωλικά" (τεύχος19ο)